Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Πρόλογος Μ. Πλωρίτη για το Γλυκό πουλί της νιότης του T. Williams

ΓΛΥΚΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ
ΤΕΝΕΣΣΗ ΟΥΪΛΛΙΑΜΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
  Εύκολα λογοπαίζοντας, λένε οι Αμερικάνοι πως ο Τενεσσή Ουϊλλιαμς είναι "ένας από τους λίγους τυχερούς που στήριξαν μια τεράστια επιτυχία στην Αποτυχία". Και, το δίχως άλλο, τα έργα του Ουϊλλιαμς δραματοποιούν όλα, θρηνητικά, την αποτυχία και τους αποτυχημένους, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τη μάταιη προσδοκία τους. Ωστόσο, ο αφορισμός αυτός παραγνωρίζει ένα άλλο βασικό στοιχείο του έργου του - ένα στοιχείο που, στο Γλυκό πουλί της νιότης, παίρνει επίμονα, βασανιστικά, τον πρώτο ρόλο: το στοιχείο του Χρόνου.

  Από τα πρώτα του βήματα, από τα νεανικά του ακόμα μονόπρακτα, ο Χρόνος και η Αποτυχία στοιχειώνουν το έργο του Ουϊλλιαμς. Είναι οι δίδυμοι εχθροί, που λεηλατούν, ερημώνουν, αφανίζουν τη ζωή, κι ο ένας δεν υπάρχει σαν δραματικό στοιχείο χωρίς τον άλλον. Ο Χρόνος, ο "γερο-κλέφτης με το αθόρυβο βήμα", διαβρώνει, υπονομεύει, ξεσκίζει, σωριάζει καταγής τα νιάτα, τα όνειρα, τις ελπίδες, τις προσπάθειες, υψώνοντας στη θέση τους το σαρδονικό σκιάχτρο της Αποτυχίας. Όλες οι ηρωίδες του Ουϊλλιαμς - η Αμάντα κι η Λάουρα του Γυάλινου Κόσμου, η Μπλάνς του Λεωφορείου ο Πόθος, η Άλμα του Καλοκαίρι και καταχνιά - καταρρέουν μέσα στα νύχια αυτού του "φαλακρού νεκροθάφτη". Το ίδιο και η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο κι ο Τσανς Γουαίην, τα κύρια πρόσωπα του Γλυκού πουλιού της νιότης.

  Μόνο που οι δύο αυτοί έχουν, απ' την πρώτη στιγμή του έργου, επίγνωση της καταστροφικής επιδρομής του Χρόνου. Οι άλλες θλιβερές ηρωίδες του Ουϊλλιαμς ζουν, λίγο-πολύ, μέσα σε φαντασιώσεις, προσπαθώντας να ξεγελάσουν τους άλλους και τον εαυτό τους. Και μόνο στο τέλος προσγειώνονται οδυνηρά στην πραγματικότητα. Αντίθετα, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο κι ο Τσανς Γουαίην ξέρουν καλά από την αρχή, βλέπουν ολοκάθαρα τις συνέπειες του Χρόνου και στις δύο διαστάσεις του: Παρελθόν και Μέλλον. Το δράμα δεν γεννιέται, εδώ - όπως στ' άλλα έργα - απ' την αποκάλυψη της προσγείωσης. Μα απ' την απελπισμένη προσπάθεια των ηρώων να ξεφύγουν τις αρπαγές της. Το Γλυκό πουλί της νιότης αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν τ' άλλα έργα της λυγρής πινακοθήκης του Ουϊλλιαμς.

  Διάσημη, άλλοτε ηθοποιός του κινηματογράφου, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο αποτραβήχτηκε απ' την οθόνη όταν άρχισαν να την παίρνουν τα χρόνια. Επειδή "ήξερε," όπως λέει, "στο βάθος της καρδιάς της πώς ο θρύλος της δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τη βιτρίνα της νιότης". Τρομαγμένη, αλαφιασμένη μπρός στο χαμό της νιότης, δε βρήκε άλλη διέξοδο από τη φυγή. "Ο φόβος και η φυγή," λέει κάπου αλλού ο Ουϊλλιαμ, "είναι τα δύο μικρά θηρία που κυνηγάει το ένα την ουρά του άλλου μέσα στο περιδινούμενο συρματένιο κλουβί του νευρικού μας κόσμου". Έτσι, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο αποτραβήχτηκε "στο φεγγάρι... μα σ' αυτή την παγερή, παγωμένη χώρα, άρχισε να της πνίγει την ανάσα ο καιρός, που 'ρχόταν ύστερα από άλλον καιρό, χωρίς να περιμένεις πως θα 'ρθει". Και για ν' ανασάνει, να παρηγορηθεί, να ξεχάσει, για "ν΄ αποκοιμήσει την τίγρη που λυσσομανούσε μέσ' στα νεύρα της", ρίχτηκε στον αγορασμένο έρωτα με νεαρούς ζιγκολό και στην τεχνητή λήθη των ναρκωτικών. Αλλά η Αλεκάντα Ντελ Λάγκο δεν ξεγελιέται ούτε στιγμή: έχει αδιάκοπα μπροστά της την "τρομαχτική ιστορία της ζωής της" και την τύχη που την περιμένει. Η εμπειρία της είναι ο πόνος της - "προτιθείσα γνώσιν, προσέθετο άλγημα"...

  Ο Τσανς Γουαίην είναι ο τελευταίος από τους νεαρούς εραστές της. Φτωχός, χωρίς ταλέντο, δεν έχει άλλο εφόδιο από την ομορφιά και τα νιάτα του. Η άμετρη φιλοδοξία του στηρίχτηκε σ' αυτά τα δύο για να του δώσει μια θέση στον ήλιο και θέση που την ποθεί τρανή: μεγάλη δόξα, απ' τη μια - να γίνει "σταρ" στο Χόλλυγουντ -, έρωταα αληθινό και κοινωνική θέση, απ' την άλλη - να παντρευτεί την πλούσια παιδική του αγαπημένη, την Χέβενλυ. Αλλά ο Τσανς κουβαλάει μέσα του την "πέμπτη φάλαγγα", που υπονομεύει όλα του τα στοιχεία: το ταλέντο του είναι ασήμαντο, ο χαρακτήρας του αδύναμος, τα μέσα του όλα αντιστρόφως ανάλογα με τους πόθους του. Στον μάταιο αγώνα του για επιβίωση και κοινωνική επιβολή, προσφέρει το κορμί του σε μοναχικές, παρακμασμένες κυρίες του πλούτου - που τον χρησιμοποιούν σαν παυσίπονο και τον απορρίχνουν όταν τους είναι άχρηστος πια. Και στη δική του "πέμπτη φάλαγγα", έρχονται σε λίγο να προστεθούν οι εξωτερικοί εχθροί: η αναλγησία των ανθρώπων (όπως ο πατέρας της Χέβενλυ) και, προπάντων, ο μέγας εχθρός, ο Χρόνος. Αυτός αρχίζει να τον απογυμνώνει απ' τα μοναδικά του όπλα: τα νιάτα και τη γοητεία του. Τα "ροκανίζει και τα τρώει, όπως η αλεπού τρώει το πόδι της που πιάστηκε στο δόκανο, κι έπειτα, με το πόδι φαγωμένο, λεύτερη, δε μπορεί να τρέξει, δε μπορεί να φύγει, ματώνει, ματώνει και πεθαίνει"...

  Έτσι, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο κι ο Τσανς Γουαίην είναι κι οι δύο θύματα του Χρόνου, του "ατελείωτα ηλίθιου, που τρέχει ουρλιάζοντας γύρω απ' τον κόσμο", του "μαρκόσυρτου δυναμίτη που τινάζει τον κόσμο όπου ζήσαμε σε χιλιάδες καρβουνιασμένα κομμάτια". Μόνο που, για την πρώτη, ο Χρόνος μεταμορφώνει τη μεγάλη επιτυχία σε αποτυχία, ενώ για τον δεύτερο, σκοτώνει κάθε ελπίδα ν' αγγίξει την επιτυχία που δεν γνώρισε ποτέ. Αυτή την επιτυχία, που ήταν και για τους δυο το άλας της ζωής - και δεν ξέρεις ποιον απ' τους δύο να συμπονέσεις περισσότερο: Εκείνην, που την είχε και την έχασε, η Εκείνον, που όλο τη ζύγωνε και δεν την έφτασε ποτέ;

  Στην κρίσιμη ώρα της ζωής τους - όταν η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο φτάνει στο ναδίρ της κατάπτωσης κι ο Τσανς Γουαίην στην ύστατη άκρια των μάταιων ελπίδων - οι δύο αυτοί λεηλατημένοι βρίσκονται μαζί. Προσπαθούν, μια στιγμή, να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, για να ξεφύγουν την απόγνωση της ερημιάς. Αλλά τα χέρια τους είναι αγκυλωμένα απ' τον εγωισμό, δεν ξέρουν ν' απλώνονται στο γείτονά τους. Και τότε "ουαί αυτω τω ενί όταν πέση καί μή η δεύτερος εγειραι αυτόν". Μένουν μόνοι με τη μοίρα τους και με την απόγνωσή τους. Για την Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο, που έχει ταλέντο και προσωπικότητα, υπάρχει ακόμα μια στροφή ελπίδας - πρόσκαιρη, αλλά υπάρχει. Για τον Τσανς, που δεν έχει τίποτα, δεν υπάρχει πια καμία...

  Όπως σε κάθε έργο του Ουϊλλιαμς, βρίσκονται και στο Γλυκό πουλί της νιότης πολλά συμβολικά στοιχεία. Περισσότερα, μάλιστα, παρά ποτέ. Ο ήρωας του έργου δεν στηρίζει τις φιλοδοξίες του παρά σε δώρα που τα χρωστάει μόνο στην Τύχη: την ομορφιά και τη γοητεία του. Γι' αυτό και τ' όνομά του "Τσανς", που θα πει Τύχη. Αλλά οι γιοι και τα γεννήματα της Τύχης, από την Τύχη αφανίζονται. Και τον Τσανς θα τον συντρίψουν τυχαία περιστατικά, που είναι πολύ αδύναμος για να τα ξεπεράσει. Αυτή του η αδυναμία και αυτή η τυχαιότητα θα τον χωρίσουν για πάντα από την "Χέβενλυ", την "Ουράνια" αγαπημένη, τον αγνό, τίμιο Ουρανό, που ποθεί (όπως όλοι μας) ν' αποχτήσει, μα που τον μολύνει ο ίδιος όταν τον αγγίζει.Και μολύνοντάς τον, καταστρέφεται κι αυτός μαζί του... Πίσω απ' τον ώμο των δύο νέων, υψώνεται - σύμβολο της Επιτυχίας, της Αποτυχίας και της Μοίρας - η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο. Είναι, θα έλεγες, όχι μόνο το θύμα, αλλά και η προσωποποίηση του Χρόνου. Που σέρνει μαζί του τον θρίαμβο και την ήττα, τη δύναμη και τη ματαιότητα, και που, φθείροντας τους άλλους, φθείρει αδιάκοπα τον ίδιο τον εαυτό του...

  Έτσι, το Γλυκό πουλί της νιότης, πέρ' απ' την "υπόθεσή" του, πέρ' απ' την βιαιότητά του, πέρ' απ' τα επικαιρικά και τοπικά στοιχεία του, παίρνει τελικά τη μορφή σύγχρονης Αλληγορίας γύρω στο Χρόνο - στο Χρόνο με τα μύρια προσωπεία του, τα γελαστά και ματωμένα, το Χρόνο, τον ανελέητο εχθρό, που υπάρχει μέσα στον καθένα μας και κατατρώγει όλων μας τα σπλάχνα...

Μ. ΠΛΩΡΙΤΗΣ 
 
  (Tenessee Williams - Γλυκό πουλί της νιότης / Εκδόσεις "Δωδώνη" Αθήνα - Γιάννινα 1990)

(Θέατρο "Αθηνά", 1980: Μίρκα Παπακωνσταντίνου)


Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Άνοια


  Η άνοια αλλοιώνει τους ανθρώπους σου. Δεν είναι όπως τους άφησες μια μέρα στη φαντασία σου. Χάνουν, λες, το μυαλό τους. Χάνουν αυτό που ήταν. Πού και πού επανέρχονται για λίγα μόνο λεπτά κι ύστερα ξαναβυθίζονται στο σκότος των αναμνήσεων που αχρηστεύονται, μέσα στις ίδιες ερωτήσεις, σε εξοργισμένα βλέμματα των παιδιών τους, σε ερωτήσεις με τόνο που θα άρμοζε σ' ένα μωρό, ανίκανο να επικοινωνήσει και να προσβληθεί. Η άνοια κλέβει, τους ανθρώπους σου.

  Στον "Ηλίθιο" ο Φίοντορ Ντοστογέφσκυ σκιαγραφεί ένα άτομο. Ένα άτομο το οποίο δεν μετέχει άμεσα στην ζωή των ανθρώπων, αλλά κινείται σε μια παράλληλη γραμμή, που σε ελάχιστα μόνο σημεία προδίδεται και εφάπτεται με αυτό που οι άλλοι ονομάζουν πλαίσιο συμβίωσης. Το άτομο αυτό, υπονοεί ο Ντοστογέφσκυ, έχει μέσα του θεμελιωμένο το αισθητήριο της αλήθειας. Το αισθητήριο αυτό ερεθίζεται από τις συμπεριφορές που απομακρύνονται σταδιακά όλο και περισσότερο από την αλήθεια της ορθοδοξίας, την οποία με τόσο πάθος έψαχνε ο συγγραφέας, ώσπου να επέλθει η έκρηξη. Μόλις ο Ραγκόζιν, από το μικροαστικό του πάθος είναι έτοιμος να τραβήξει το μαχαίρι και να σκοτώσει τον Ηλίθιο, ο δεύτερος σωριάζεται σε μια κρίση επιληψίας. Το αισθητήριο έχει καθοδηγήσει την αλήθεια να πλημυρίσει το σώμα του. Με την αλήθεια, ο Ηλίθιος μετέχει της θείας κοινωνίας. Η τρομακτική κρίση επιληψίας, αποτελεί Θεοφάνεια.

  Είμαστε όντα που υποφέρουμε από επίκτητο ορθολογισμό. Η εκπαίδευσή μας επικεντρώνεται στην ανάλυση των φυσικών φαινομένων σε βαθμό τέτοιο, ώστε καθένας που ερευνά την έννοια της αλήθειας να τιμωρείται παραδειγματικά ως αδιάβαστος. Οι χειροπιαστές αποδείξεις, όμως, καθίστανται ικανές να σιγάσουν την ακόρεστη αμφιβολία, ημών των εκπαιδευμένων ορθολογιστών.

  Οι άνθρωποί μας, που η άνοια τους κατέστησε όντα αποξενωμένα από την πρότερή τους σοφία και αύρα, επιστρέφουν, για λίγα μόνο λεπτά. Με ελάχιστα βλέμματα που υπονοούν ανάμνηση, με μια λέξη από το παρελθόν, με ένα όνομα που δεν ξέχασαν. Και με αυτά τα βλέμματα, με αυτές τις λέξεις και με αυτά τα ονόματα, επέρχονται Θεοφάνεια. Τα επιληπτικά βλέμματα και οι στιγμές, κερδίζουν τον δυνάστη της άνοιας και φέρνουν στην επιφάνεια την αλήθεια. Τον αναλλοίωτο χαρακτήρα. Τον λανθάνοντα ηθικό τους κώδικα. 

  Ο εαυτός τους που τόσο αναπολούμε, με μικρές εκλάμψεις αναδύεται στην επιφάνεια, χαράζοντας μια ρωγμή στη φθοροποιό δύναμη του χρόνου που τόσο τον δοκιμάζει. Ο χρόνος είναι αμείλικτος και προδίδει όλα τα σώματα, ένα, ένα, σαν σε εκτελεστικό απόσπασμα. Τα στήνει μπροστά από συρματοπλέγματα, χωρίς να κάνει εξαιρέσεις. Τα πλήττει αργά και σταδιακά. Μέχρι να τα εξευτελίσει, λένε ορισμένοι. 

  Τα σώματα είναι τρωτά. Η άνοια, οι αρρώστιες, οι ρυτίδες καλύπτουν με όλο και μεγαλύτερο μίσος, την αλήθεια που μπορούσαν οι άνθρωποι να βροντοφωνάξουν, μέσα από το νέο και άφθαρτο σώμα τους. Ο χρόνος δεν ήταν ποτέ με το μέρος τους. Τους απομυθοποιεί, τους ασχημαίνει, τους μεταμορφώνει. Όμως ποτέ δεν τους μετουσιώνει. Η φθορά είναι εξωτερική και πληγώνει παράλληλα όλο και πιο αδίστακτα εκείνο το ες αει απροσδιόριστο εγώ τους. Την αλήθεια τους.

 Όσο όμως υπάρχουν τα επιληπτικά Θεοφάνεια, θα ξέρουμε ότι αυτό που έχουμε μέσα μας, κανένας αποικοδομητής δεν έχει, μέχρι στιγμής καταφέρει, να το κάνει δικό του.


Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

το δίκαιο σημείο μηδέν


  Αναθεώρηση υφίσταται το σώμα σου, όταν ξαπλώνει στο σημείο απόδρασης και ξυπνάει στο κατεστημένο παρελθόν που με χίλιες προσπάθειες οι εξωγενείς παράγοντες θέλουν βίαια να γκρεμίσουν.

Τα μάτια σου υφίστανται την αναθεώρηση, όταν οι εν κινήσει παραστάσεις γίνουν παγωμένα ψήγματα, ακίνητα και νεκρά, σαν ένας δρόμος που οδηγεί σε μια λύση που φοβίζει, ακόμη κι αν όλα προειδοποιούσαν την ακούραστη παρουσία της. 

Η αναθεώρηση είναι αυτή που αποπροσανατολίζει τα χέρια σου από την αρχική τους κατεύθυνση, που τα καθιστά δυσκίνητα και αναποφάσιστα. Επιληπτικά, παρακολουθώντας τις κλινικές κρίσεις τους, σαν θεοφάνεια, όπως έκανε και ο Ντοστογέφσκυ στον «Ηλίθιο». Και σαν οδηγό.

Η αναθεώρηση γεννά δύο είδους βλέμματα. Εκείνο που κανονικά θα έπρεπε να προηγείται αυτής, σε μια ορθολογική κατανομή των επιχειρημάτων, όμως στην πραγματικότητα υπονοείται μέσα της και μετά από αυθυποβολή μετουσιώνεται σε ακλόνητη «πραγματικότητα». Το πρώτο, λοιπόν, αναθεωρημένο βλέμμα, το σίγουρο, το αποφασιστικό και το ψυχρό.// Το δεύτερο, που θυμίζει στην όψη αδιάφορο και απομακρυσμένο, μα που κρύβει άλλα λόγια ανείπωτα.

Με την αναθεώρηση, το κτήμα προδίδει τον ιδιοκτήτη, στο όνομα της απεξάρτησης. Πριν την αναθεώρηση θα πουν, κάθε έννοια πυρήνα και κάθε κυτταρική αναφορά, αποτελούσε επιβλαβή εξάρτηση. Παράσιτα στα έγκατα του κτήματος, σύμβολα της υποβόσκουσας υποταγής και της πιθανής, αφυδάτωσής του. 

Μαθηματικές πράξεις και διαιρέσεις των τεθλασμένων ευθειών, τελούν υπό το κράτος της αναθεώρησης. Οι τοίχοι που σκεπάζονται με κραυγαλέα χρώματα, ώστε να σβήσουν κάθε ανεπαίσθητη ανάμνηση, τα παράπονα και οι αγωνίες επιβεβαίωσης μοιρασμένες με το κομμάτι, ώστε να ξεκινήσουν όλοι από το δίκαιο σημείο μηδέν.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

άψυχα

  Μέσα σε φθαρμένες, παλιές φωτογραφίες αναγνωρίζω αντικείμενα, διαχρονικά αντικείμενα που επιζούν ακόμη και κομματιασμένα. Ψήγματα από το παρελθόν και από το μέλλον. Αντικείμενα. Που μετακινούνται περιμετρικά στα πεδία δράσης μας, αναπαριστώντας την ανανέωση. Μια νέα οπτική του πλαισίου που μας περιβάλλει. Αντικείμενα που συμβολίζουν την σταθερότητα που καταλήγει αποπνικτική. Σαν δυνάστες, σου υπενθυμίζουν ότι θα βρίσκονται εκεί, χωρίς να εξαφανίζονται. Χωρίς καμία ανησυχία, χωρίς την δυσφορία του αγνώστου. Για τα αντικείμενα η φθορά δεν οδηγεί στην απόλυτη διάλυση, στην αποικοδόμηση και ύστερα στο ποιος ξέρει τι. Η φθορά στα αντικείμενα παραμένει ρυτίδες. Γδαρσίματα που δεν τσούζουν κανέναν. Γι΄αυτό καμιά φορά, απαλλάσσομαι από την υπενθύμιση ότι δυο κομμάτια ξύλο, δυο χερούλια αποδεικνύονται από την ιστορία, πιο ισχυρές κράσεις, άτρωτες από την φύση τους, όσο κι αν κομματιαστούν. Τα πετάω. Τα εκδικούμαι. Λες και η εκδίκηση είναι το εισιτήριο στην κοινωνία της αθανασίας τους. Φθονώ την απάθειά τους. Γιατί οι παλιές, φθαρμένες φωτογραφίες ζουν για να μου υπενθυμίζουν πλάσματα που ήταν εξαρχής, και άλλα που γίναν μέσα από πόνο, άψυχα.


Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Εκκρεμότητα

Εκκρεμότητα γίνεσαι με  δυό λέξεις κοινότοπες σε ένα μήνυμα που θεμελιώνει τα αστήρικτα και τις βεβιασμένες ψευδαισθήσεις. Γίνεσαι με προγραμματισμούς που αφορμούνται από μια προσποιητή ευφροσύνη, αναδυόμενη από μια καταπιεσμένη σύπμνοια που κάθε άλλο παρά θα ταίριαζε, αν εκφραζόσουν ελεύθερα. Εκκρεμότητα γίνεσαι όταν ο άλλος για σενα γίνεται εχθρός και δεν το αντιλαμβάνεται. Τότε που τα μάτια σου στρέφονται αλλού και όλα σε πείθουν πώς μόνος σου το επέτρεψες, τότε τελείς υπό το κράτος της εκκρεμότητας.Εκκρεμότητα γίνεσαι όταν δεν έχεις κουράγιο να καταστρέψεις κάθετι το επιτηδευμένο, και αισθάνεσαι γελοίος στην προσπάθεια να κερδίσεις σεβασμό. Εκκρεμότητα είσαι, όταν δεν είσαι σίγουρος ούτε για το αν κάποτε δεχόσουν σεβασμό. Ή αν το άξιζες. Είσαι τώρα που και να διαβάσει αυτές τις λέξεις, θα νομίζει ότι μιλάς για κάτι άλλο. Εκκρεμότητα γίνεσαι με μικρά χτυπήματα που αγνοείς, στο όνομα της επιβίωσης. Και εκκρεμότητα ανακηρύσσεσαι, τότε που θα τον αντιπαθείς, και ο άλλος ούτε που θα το ψιλιαστεί.  

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Εσύ, ο άλλος


  Άσχημος, με πλαστική ομορφιά, κοντός, χοντρός, με εγκαύματα, ξυλάγγουρο, μετανάστης, τσούλα, ανοργασμικός, γκέυ, έγχρωμος, βλάχος, πρεζάκι, βρώμικος, αμόρφωτος, ακαλλιέργητος, άχαρη, ζητιάνος, δήθεν, δυσλεκτικός, με ακμή, ηλικιωμένος, πορωμένος, ανάπηρος.
  Μειονότητες, όχι ως προς τον αριθμό. Μα ως προς την έλλειψη βήματος για να υπερασπιστούν το κατακριτέο χαρακτηριστικό τους. Ως προς την απουσία εκπροσώπησης. Ακόμη και με εκπροσώπηση, με απουσία πειθούς και άμαθοι στην αποδοχή σεβασμού, πάντα, ως προς το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό τους.
  Θα μου πεις, οι ναρκομανείς φταίνε. Όλοι όμως δεν έχουμε εξαρτήσεις; Άλλες λιγότερο κι άλλες περισσότερο επιβλαβείς προς την υγεία μας. Ακόμη κι εκείνοι που κατακρίνουν την εξάρτηση, επικεντρώνουν με το σθένος και την αυθυποβολή που εκείνη απαιτεί, στο να αποδείξουν ότι η ζωή τους βαίνει "φυσιολογική" και ανεπηρέαστη από μιασματικές επαναλήψεις. Από αδυναμίες. Μια ζωή αμόλυντη. Παραβλέπουν όμως να αναφέρουν την αγωνία της κοινωνικής απόδειξης και ανταπόκρισης στο κατεστημένο "είναι" που πασχίζουν να πραγματώσουν.
  Και οι γκέυ; Θα μου πεις, δεν είναι φυσιολογικό. Ότι είσαι συντηρητικός άνθρωπος και δεν υποστηρίζεις την απενοχοποίηση της σεξουαλικής παρόρμησης. Νιώθεις ότι η δική σου σεξουαλική ζωή είναι ομαλή και όποια διαφωνεί με αυτήν είναι ανώμαλη. Ενοχοποιώντας όμως τις προσωπικές στιγμές άλλων ανθρώπων, απενοχοποιείς την δική σου αδιακρισία και την χυδαιότητα του να ασχολείσαι με το κρεβάτι του αλλουνού. Ναι. Αρνείσαι να παραδεχτείς ότι είσαι βαθιά πρόστυχος με το να κρίνεις έναν άνθρωπο μόνο από αυτό. Ότι αποψιλώνεις κάποιον από όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, και η ερωτική, κοινωνική, πολιτική,  φιλική, οικογενειακή, ανθρωπιστική του ιδιότητα, για εσένα, πηγάζει από τον τρόπο που προσεγγίζει την ηδονή.
  Ξέρεις για ποιον λόγο είμαστε ανεύθυνοι; Γιατί δεν συνειδητοποιούμε την ευθύνη που έχουν τα λόγια μας, ως εκπρόσωποι της "πλειονότητας", των "φυσιολογικών ανθρώπων". Ασκούμε εξουσία με τα λόγια μας. Από εμάς εξαρτάται το αν ο καινούριος αλλοδαπός συμμαθητής, συμφοιτητής ή συνεργάτης μας θα νιώσει να εντάσσεται ομαλά στο επαγγελματικό του περιβάλλον.
  Τα λόγια μας και το τι επιτρέπουμε να λέγεται, το τι δεχόμαστε και το τι παίρνουμε αψήφιστα καθορίζει τις ζωές των μειονοτήτων αυτών. Εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις που αρμόζουν σε έναν όμορφο άνθρωπο. Εμείς περπατάμε στους δρόμους που οι άνθρωποι στα αναπηρικά καρότσια δεν μπορούν να αξιοποιήσουν. Εμείς αδιαφορούμε και τους κλειδώνουμε κυριολεκτικά στα σπίτια τους καθώς δεν έχουν πρόσβαση ούτε σε έναν απλό κινηματογράφο. Εμείς οριοθετούμε τις ηλικίες που επιτρέπεται να κυκλοφορούν σε στέκια. Εμείς. Με τις πιο απλές πράξεις.
  Πολλά πράγματα δεν τα σκεφτόμαστε, διότι εμείς εκπροσωπούμε την ισχυρή τάξη, ως προς κάποια πράγματα τουλάχιστον. Τα τρωτά χαρακτηριστικά μας δεν είναι τόσο σημαντικά, όσο τα "παραπτώματα" άλλων. Είμαστε ισχυροί. Πρώτα είμαστε τυχεροί και μετά γινόμαστε ισχυροί. Περήφανοι για μια δύναμη, χωρίς αναμετρήσεις και αγώνες για αποδοχή.
  Η απόσταση όμως που καλύπτει την διαφορά την δική μας, για την οποία είμαστε υπερήφανοι από όσους κατακρίνουμε ως προς τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, ισοδυναμεί με ένα απλό ατύχημα. Μέσα σε μια στιγμή μπορεί να μείνουμε παράλυτοι και να κλειδωθούμε κι εμείς στο σπίτι μας. Να βρεθούμε σε μια πυρκαγιά και να αλλοιωθούν τα όμορφα χαρακτηριστικά μας. Να γεράσουμε πριν το καταλάβουμε και να ντρεπόμαστε να συχνάζουμε στα ίδια μέρη.
  Ως προς τις εξαρτήσεις και τις σεξουαλικές προτιμήσεις των ανθρώπων, είναι προτιμότερο να ζούμε μια ζωή ασφαλή και ανέραστη, μοχθώντας και πασχίζοντας να αποδείξουμε την ομαλή φύση μας; Να φοβόμαστε μήπως κολλήσουμε κάποιο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα εφόσον αναπνεύσουμε τον ίδιο αέρα με κάποιον ομοφυλόφιλο; Να προσποιούμαστε τους συντηρητικούς, κρίνοντας άλλους ανθρώπους βάσει των γεννητικών τους οργάνων;
  Όλοι είμαστε ρατσιστές. Και όλοι καταφεύγουμε ανεπαίσθητα σε στερεοτυπικές διακρίσεις. Είναι ο τρόπος με τον οποίο γαλουχηθήκαμε κοινωνικά. Είναι η κοινωνικοποίηση που ανέλαβαν μαζί με εμάς και άλλοι άνθρωποι. Ας αφήσουμε όμως την μοιρολατρία στην άκρη. Την κοινωνική μας θέση την διαμορφώνουμε μόνοι μας από ένα σημείο και μετά. Θα πρέπει να περιορίσουμε την περηφάνια μας στον απογαλακτισμό μας από τους γονείς, το σχολείο, τα προσωπικά απωθημένα.
 Όταν μιλάμε, ας αναλαμβάνουμε την ευθύνη των λόγων μας.
  



 
   

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

απογαλακτισμός

 Πασχίζεις να διατηρείς ακέραιους του δεσμούς και τις σχέσεις που στο παρελθόν, έμοιαζαν αναλλοίωτες. Πώς να απογαλακτιστείς από μια κατάσταση στην οποία προηγουμένως πάσχιζες να μπεις; Σαν το βιβλίο που επιτέλους αγόρασες και τώρα βρίσκεται πνιγμένο κάτω από τα τσαλακωμένα ρούχα της ημέρας στον καναπέ του δωματίου. Το βιβλίο που τόσες φορές δεν κατάφερες να πάρεις, είτε γιατί δεν είχες επάνω σου αρκετά χρήματα, είτε γιατί θα σε αποσπούσε από άλλες αρμοδιότητες, που τώρα πια, απελευθερωμένο από οικονομικές ελλείψεις και τύψεις, μοιάζει σχεδόν κλεμμένο και παράνομο δίπλα σου.
   Οι εμπειρίες και κυρίως οι προσδοκίες που παρήλθαν, σου δημιουργούν μια υποχρέωση. Να επαναλαμβάνεις βουβά και πεισματικά όσα στο παρελθόν σε ενθουσίαζαν. Ακόμη κι αν τώρα νιώθεις πως δεν έχουν να σου προσφέρουν κάτι. Όσο κι αν εξελίσσονται παράλληλα με εσένα και αποκτούν μια ουδέτερη όψη στα μάτια σου, μια κορεσμένη εικόνα, επιμένεις. Επιμένεις στην εικόνα σου που είχες χτίσει με σημείο αναφοράς τους συγκεκριμένους δεσμούς. Όσο κι αν τα χρώματα δεν σου ταιριάζουν πια, πάντα θα τοποθετείς τον εαυτό σου μέσα στο περίγραμμα που εκείνοι σχεδίασαν και όρισαν για σένα.
  Μιλάς λες και πρόκειται για μια δυναστευτική ορμή που σε δένει χειροπόδαρα και που δεν σου επιτρέπει να εντοπίσεις την μοίρα σου στην παλάμη σου. Δεν έχεις μάθει πώς αντιδράς πια; Όταν κάτι γίνεται ρουτίνα, το αμφισβητείς, ακόμη κι αν δεν έχει λόγο αμφισβήτησης. Είναι, όμως, εκείνη η υποψία, ότι εκείνοι που βρίσκονται απέναντι από σενα ίσως και να μην προσπαθούσαν να διατηρήσουν κάτι μαζί σου όταν δεν ενθουσίαζε ο ένας τον άλλον.
  Είναι μικρές, μικρές ενδείξεις που εκείνοι εξακολουθούν να νομίζουν ότι πέρασαν απαρατήρητες κι αμάσητες, ενώ εσύ έχτισες τρόπους να τις αποφύγεις και να καταπιέσεις διαρρηγμένες σχέσεις σε επιβίωση.
  Κι όμως, διστάζεις να το πεις. Και παρότι οι απέναντι ίσως και να μην προσπαθούσαν καν, εσύ θα επαναλαμβάνεις πεισματικά για να θεμελιώσεις σχέσεις. Και θα προσπαθείς να πείσεις πρώτα εσένα τον ίδιο, ότι μένουν άφθαρτες στον χρόνο.


Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

από ρόλο σε ρόλο

  Τον εαυτό σου ψάχνεις. Και σε ρωτάνε για εκείνον και μέσα από τις απαντήσεις διαμορφώνεις στεγανά, απόψεις, αξίες και πιστεύω. Μόνος σου, δεν αναλύεις. Όλα σαν απαντήσεις τα καταστρώνεις στο μυαλό σου. Και μέσα από τις ταιριαστές απαντήσεις πείθεσαι. Απαντάς αυτό που θα ήθελες. Αυτό που θα ήσουν περήφανος να απαντήσεις. Αυτό που αν κοίταζες εσένα απ' έξω θα έλεγες μπράβο. Βγαίνεις απ' το σώμα σου για να φανταστείς και να χτίσεις μια εικόνα και ξαναμπαίνεις για να την πλάσεις και να την πλησιάσεις.
  Αφορμάσαι από τις συμβολικές και ηθικές αλληλεπιδράσεις -τις κοινωνικές, και γίνεσαι ηθοποιός. Από ρόλο σε ρόλο, ερμηνεύεις διαρκώς. Ασταμάτητα ενσαρκώνεις την εικόνα που θα ήθελες στους έξω. Και όταν μένεις μόνος, γυμνός από κοστούμια και χωρίς σκηνικά να σε περιβάλλουν, δεν αναλύεις. Απλώς καταστρώνεις κι άλλες απαντήσεις. Δοκιμάζεις μορφασμούς και χειρονομίες. Διαβάζεις και ψάχνεις το υπόβαθρο που ο ρόλος σου χρειάζεται. Ποτέ δεν καταλαβαίνεις αν πράγματι το θαυμάζεις.
  Ηθοποιός. Πρέπει να πείσεις. Πρέπει να πείσεις. Τα παρασκήνια δεν θα βγουν ποτέ προς τα έξω. Να το θυμάσαι. Παίξε. Τα παρασκήνια δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Ό,τι τους δώσεις στην σκηνή θα έχουν να κοιτάζουν.
   Η επανάληψη που χτίζει σταθερές. Γυμνός δεν θα τολμήσεις να τις γκρεμίσεις. Θα είσαι απασχολημένος με τις πρόβες. Όλα αδιαμφισβήτητες σταθερές. Η ψυχή σου μεστώνεται με τις απαντήσεις. Όλα ξεκινούν από απαντήσεις.
  Οι εικόνες. Το πρόσωπο. Το Εγώ. Μεστώνεται από απαντήσεις. Και γίνεται ρόλος πρωταγωνιστικός. Που πότε τον παίζεις καλά, και πότε δεν πείθεις. Που θα σου πάρει χρόνο να παραμείνεις στα λόγια σου και να μην προσπαθείς να εντυπωσιάσεις.
  Τον εαυτό σου δεν τον ψάχνεις, τελικά. Προσπαθείς μόνο, να του δώσεις σάρκα και υφή για να ταιριάξεις στις απαντήσεις. Και πίσω απ' την αυλαία, μόνο θα απαντάς και θα επαναλαμβάνεις διαρκώς τα μεγαλεπίβολα λόγια σου.
  Από ρόλο σε ρόλο, δεν ψάχνεις τίποτε. Μόνο προσεγγίζεις.


Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Σχεδιάσματα

Μετράς και ξαγρυπνάς τα βράδια να υποθέτεις διαστάσεις και σταθμά. Πάντα της λογικής ήσουνα με λογική θα λύσεις και τούτο το θέμα. Σαν μαθηματική πράξη. Σαν εξίσωση. Κάθε βράδυ σηκώνεσαι και σκέφτεσαι τι μπορεί να είναι αυτό που λείπει. Αυτό που πρέπει να παράξεις για να συμπληρωθεί εκείνο που έλειπε από όλους και που το περιμένανε. Εξετάζεις πιθανότητες και στρώνεις σχεδιάσματα. Διαβάζεις για όσα πρέπει να εκφράζεις και επιδιώκεις να τα ταξινομήσεις. Να τους δώσεις χαρτάκια προτεραιότητας. Να τα φωτίσεις με ρεαλιστικές λάμπες φωσφόρου. Σαν σε κρεοπωλείο μέσα στα αίματα. Κανένας ρομαντισμός στα σχεδιάσματα. Μελέτη, μελέτη, μελέτη. Σαν να βλέπεις την ζωή σου σε ταινία.
  Είναι κατά βάθος άδικη η δίκαιη ζωή. Η εύκολη ζωή που δεν γεννά λόγια τυπωμένα σε βιβλία και μορφασμούς πάνω σε μαύρα σανίδια που τρίζουν. Όταν η ζωή σου είναι βαρετή, κυνηγάς την κάθε υποψία αισθήματος, να την μετουσιώσεις σε χρυσή κατάθεση. Κόβεις και ράβεις για να παραδώσεις εκείνο που λείπει, στις ακριβείς διαστάσεις του.
  Η μοίρα δεν είναι γραμμένη στην παλάμη σου κι αποφασίζεις να την κλέψεις και να την αλυσοδέσεις πάνω της. Να την στραγγαλίσεις και να την σμιλέψεις, μέχρι να χωρέσει στο καλούπι. Και όταν βγει από αυτό να μπορείς να λες ότι αυτή ήταν η μοίρα σου. Και τέτοιος ο προορισμός σου. Γιαυτό μετράς και μελετάς. Επίμονα και σχολαστικά.
  Τότε όμως, που θα γεννήσεις ένα παιδί αβίαστα και χωρίς καμία υποψία, τότε που θα θέλεις να το διώξεις από μέσα σου για να νιώσεις καλύτερα. Τότε που οι πράξεις θα προλάβουν τα σχεδιάσματα κι εσύ αγόγγυστα θα μιλήσεις. Τότε θα είναι που, χωρίς να το καταλάβεις, το παιδί σου θα χωράει παντού. Και που οι άνθρωποι θα το κοιτάζουν και θα λένε: Να και κάτι που έλειπε. Και που τώρα συμπληρώθηκε.
 

 

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Οι άγνωστες λέξεις

  Την πρώτη φορά που με είδες περπατούσα πολύ γρήγορα. Φορούσα μια στραπατσαρισμένη τζιν φούστα και ένα μωβ καλσόν. Πάσχιζα να μην σέρνω τις μπεζ, βαριές αρβύλες μου στις πέτρες. Φορούσα ακουστικά και στο μέτωπό μου είχαν σχηματισθεί τρεις μικρές ρυτίδες. Ήμουν σοβαρή και φαινόμουν να μασάω εσωτερικά το δεξί μου μάγουλο. Περίμενα κάτω απ' το φανάρι και έριχνα κλεφτές ματιές τριγύρω, τραβώντας απότομα το βλέμμα μου. Σαν να ντρεπόμουν να φέρω κάποιον σε άβολη θέση με την αδιακρισία μου. Ύστερα με έχασες για λίγο όταν μπήκα στο βιβλιοπωλείο. Περίμενες και βγήκα με μια σακούλα. Συνέχιζα να κοιτάω γρήγορα από εδώ και από κει. Όποτε τα μάτια μου συναντούσαν άλλα, στρέφονταν στο πάτωμα κι εγώ χαμογέλαγα με ντροπή. Ξαφνικά σταμάτησα. Δεν διέκρινες τι κοίταζα. Με είδες να βγάζω μια κάμερα, να κοντοστέκομαι με αστάθεια, να δαγκώνω την άκρη του κάτω χείλους μου και κάτι να τραβάω. Πάντα νευρική να σκηνοθετώ στους δρόμους και να τους ντύνω με ήχους μέσα από τα ακουστικά.
  Από την μικρή μου τσάντα εξείχε ένα μεγάλο κόκκινο βιβλίο που πρόδιδε πως δεν είχα υπολογίσει σωστά τις διαστάσεις του στην αρχή της ημέρας. Κατεβήκαμε παράλληλα μα δεν σε είδα, έτσι συγκεντρωμένη στο επιτηδευμένο και δήθεν αποφασιστικό μου βήμα. Έφτασα στην αποβάθρα και το τρένο αργούσε ακόμα. Κάθησες δύο θέσεις πιο 'κει και με είδες να ανοίγω το κόκκινο βιβλίο μαζί με ένα τσαλακωμένο χαρτί. Αντέγραφα με συμμετρικά γράμματα για να μετριάσω την ακαταστασία. Έσκυβα πάνω απ' τις σελίδες που φαίνονταν να έχουν περάσει από γραφομηχανή. Το βιβλίο ήταν παλιό με σκληρό εξώφυλλο. Από κάπου το είχα δανειστεί. Το σκουλαρήκι μου γλίστρησε πάνω στην σελίδα. Το σήκωσα και το φόρεσα χωρίς να χάσω την προσοχή μου. Το τρένο ακούστηκε και σηκώθηκα βιαστική.
  Μπήκα στο τρένο κι εσύ έπρεπε να με ακολουθήσεις. Μου είχε πέσει το τσαλακωμένο χαρτί. Το άρπαξες, μα οι πόρτες έκλεισαν οριστικά. Με κοίταξες κι όπως στεκόμασταν απέναντι σου φάνηκα γνώριμη. Τα περιγράμματά μας ταιριάξανε κι εσύ τρόμαξες γιατί σου έφερνα στο μυαλό την συνέχεια και την εξέλιξη. Το άγνωστο και η φθορά. Η προσδοκία. Επιτέλους σε κοίταξα κι εγώ και τα μάτια μας ενώθηκαν. Ίδια στο χρώμα, μα τα δικά μου λίγο πιο κουρασμένα, με μια ρυτίδα. Πιο ξένα. Πιο αλλοτριωμένα. Και τρόμαξα κι εγώ από νοσταλγία. Η βίαια απόρριψη του ανώριμου και η επιθετική ώθηση για να σηκωθείς στα πόδια σου, οι κραυγές της επαγρύπνησης με τρόμαξαν ξαφνικά.
  Άνοιξες την χούφτα σου και ζαλισμένο ίσιωσες το χαρτί. Διάβασες:
"Πρώτη Συνεδρίαση
Τρίτη 6 Ιουλίου 1976, ώρα 10.00 - 13.00
Ton Lutz (Ολλανδία)
- Ηλέκτρα: από κάποιον που στα αρχαία χρόνια τον οδηγούσε η κλασική Μοίρα φτάσαμε στον σημερινό απόβλητο που από την απελπισία του γίνεται αδίστακτος, στον πρόσφυγα, σ'αυτον που δεν έχει θέση στο ίδιο του το τραπέζι, όπως δεν έχουν τόσοι άνθρωποι στις μέρες μας... και πιο μετά: σε ποιο κοινό απευθυνόματε; και: η σιωπή έχει κάποτε μεγαλύτερη ποιητική και δραματική δύναμη από τον λόγο"

  Και σου φάνηκαν όλα, άγνωστες λέξεις. Γιατί έτσι μας φαίνεται η πορεία μας. Τότε που τα περιγράμματά μας θα ταιριάξουν απόλυτα και τα μάτια μας θα μετράνε τις ίδιες εικόνες και τα ίδια σημάδια, πάλι άγνωστες θα είναι οι λέξεις. Και όταν τα μάτια σου θα με προσπεράσουν και θα τα αγκαλιάζουν πιο πολλές ρυτίδες, πάλι άγνωστες.  

  
 

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Στο σπίτι μου

Στο σπίτι μου τα τζάμια θα περιγράφονται από άσπρα ξύλα και θα θολώνουν περιμετρικά από τα χνότα του χιονιού. Στο ξύλινο πάτωμα θα αντηχούν λουστραρισμένα παπούτσια ανδρικά και τακούνια από ταινίες εποχής. Η σκάλα θα είναι στενή, ίσα που να χωρέσεις σκυφτός να περάσεις. Στο σπίτι μου το πρωί θα παίζει το ραδιόφωνο που θα μοιάζει με έπιπλο ολόκληρο και θα ντύνει τις μέρες μου. Τα απογεύματα τα βινύλια θα αντηχούν σε όλη την γειτονιά, όπου δεν θα έχεις δει ποτέ κανέναν. Το τζάκι θα δουλεύει ακούραστο και όταν σβήνει θα μυρίζει σαν σπίρτο. Το σπίτι μου θα έχει σκουριασμένες λαμαρίνες στα περβάζια για να κάνει αίσθηση η κάθε σταγόνα της βροχής. Τα φλιτζάνια θα ακούγονται πάνω στα πιάτα. Τα κουτάλια θα ακούγονται καθώς αγγίζουν τον εμαγιέ πάτο του μπρικιού και ο καφές θα υποτάσσει κτητικά την περιρέουσα μυρωδιά. Στο σπίτι μου θα υπάρχει πάντα ένα έλατο και θα επινοώ έπιπλα από σκισμένες γραμμές μέσα σε τσαλακωμένα χαρτιά. Θα έχω πολλούς άδειους τοίχους για να γράφω νοήματα, μα δεν θα τους πειράζω γιατί θα έχω μεγαλώσει και θα τα έχω εμπεδώσει. Στο πατάρι θα φιλοξενώ όλα μου τα προσεχώς, για λίγο, μέχρι να ενσαρκωθούν.


Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Σώματα

  Υπάρχει ένα σώμα. Ένα σώμα που συναπαρτίζεται από κατοχυρωμένα δικαιώματα, απωθημένα που καλλιεργούνται από αφηγήσεις των παρελθόντων χρόνων, πρότυπα, απαιτήσεις και προσδοκίες. Υπάρχουν πολλά τέτοια σώματα. Τέτοια σώματα βγαίνουν έξω για να γνωριστούν, να λυθούν, να ενωθούν και ύστερα να απωθηθούν σαν μαγνήτες, ώσπου να βρουν ένα άλλο σώμα που να χωράει στο περίγραμμα του σχεδίασαν.
  Μηχανικά τα σώματα έρχονται και παρέρχονται. Μπαίνουν και βγαίνουν σε ενώσεις. Όλα είναι μαθηματικά στο τέλος. Τα σώματα που φοβούνται να γδυθούν και να αντικρύσουν άλλα γυμνά σώματα, επιστρατεύουν την λογική των αριθμών, των συν και των πλην, ώστε να είναι σίγουρα ότι το άλλο σώμα δεν θα καταχρασθεί την γύμνια τους. 
  Σε αυτά τα σώματα, όμως, δεν ισχύει η λογική της αυτοπροστασίας. Τα σώματα αυτά δεν κρύωσαν γυμνά, με αποτέλεσμα να ντυθούν. Άκουσαν ότι μπορεί να κρυώσουν, ή να ρεζιλευτούν ή κάτι άσχημο να συμβεί και δεν έβγαλαν εξαρχής, ούτε ένα ρούχο. Τα σώματα αυτά έψαχναν να δικαιολογηθούν, να πουν γιατί παρέμεναν κουμπωμένα, και με άγαρμπες και αμήχανες κινήσεις παρουσίασαν το πρόσχημα του δικαιώματος, έδωσαν έμφαση στην έννοια του δικαιώματος, να παραμείνουν ντυμένα. 
    Τα σώματα που φοβόντουσαν να εκτεθούν μπροστά σε άλλα, ζήτησαν από εκείνα, που έστεκαν απέναντί τους να πετάξουν όλα τους τα ρούχα και τα περιβλήματα. Το απαίτησαν, ως αντάλλαγμα - προϋπόθεση της ένωσής τους. Τότε, τα ντυμένα σώματα ξεψάχνισαν τα γδυτά, για κάθε ψεγάδι και κάθε σημείο που ίσως να τα δυσαρεστούσε στο μέλλον. Και στο μυαλό τους, τα σημεία αυτά μεγάλωναν και μεγάλωναν σαν χέρια που τελικά τους έπνιγαν. Και τα ντυμένα σώματα γινόντουσαν εχθρικά. Προστατεύονταν, χωρίς κανένα χέρι να έχει απλωθεί προς το μέρος τους. 
  Γινόντουσαν εχθρικά στην ιδέα της πιθανότητας, και χτυπούσαν τα γδυμένα και πιθανώς επικίνδυνα σώματα. Τα έγδερναν, τα γέμιζαν αίμα, τους αλλοίωναν τα χαρακτηριστικά, ξεθώριαζαν το χρώμα τους ώσπου να αποκτήσουν μια εικόνα απωθητική πρώτα για τα ντυμένα σώματα που κατάφερναν να "υπερνικήσουν κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο", να τον "προλάβουν" και ύστερα για τον ίδιο τους τον εαυτό.
  Τα σώματα που γδύθηκαν και ήταν πρόθυμα εξαρχής να δοθούν χωρίς αριθμητικές σκέψεις, χωρίς φιλτράρισμα, ύστερα από αυτού του είδους την απόρριψη, είδαν τα είδωλά τους από γραμωμμένα, ικανά να τρέξουν τις σημαντικότερες αποστάσεις, και να αψηφήσουν τους τρομερότερους κινδύνους, να αδυνατίζουν, να γερνούν και να ντρέπονται για την απροκάλυπτη γύμνια τους. 
  Τα σώματα που ξεκίνησαν γυμνά και περήφανα, αγγίζουν. Και το άγγιγμά τους περιέχει εκτοπισμένες αρθρώσεις, που αποπροσανατολίστηκαν καθώς άλλα σώματα τις έδιωξαν από τα κουμπιά που ίσως να ξεκούμπωναν. Τα γυμνά σώματα μυρίζουν. Μυρίζουν έντονα και αδιάκριτα, προκαλώντας ακόμη και αλλεργία σε ανίδεες μύτες, επειδή άλλα σώματα τα ψέκασαν για να τα αντιλαμβάνονται από το προειδοποιητικό άρωμα. Τα γυμνά σώματα φιλούν. Φιλούν και τα φιλιά δεν είναι δικά τους. Είναι δαγκώματα και λιγμοί. Μέσα από σκασμένα χείλη που έσκασαν ώστε να προειδοποιούν ότι μπορεί το περίγραμμα να τους στενέψει.
  Τα γυμνά σώματα ανοίγουν, και "συντάσουν" στο μέσα τους, όλα αυτά τα βιώματα. Κλείνουν ως ένα νέο σώμα. Μαθηματικά εμπεριστατωμένο. Ένα νέο σώμα που ντύνεται πλέον εξαρχής και που δεν αναζητά ένα ετερώνυμο για να ενωθεί μαζί του. 
  Τα ντυμένα σώματα αλληλεπιδρούν. Φευγαλέα αγγίγματα και βλέμματα, ανίκανα να γδύσουν και να ταπεινώσουν. Τα ντυμένα σώματα σκεπάζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και αναζητούν την ηδονή, χωρίς να βλέπουν ποιος τους την προσφέρει, σε ποιον την προσφέρουν. Οι πράξεις αποδεικνύουν, οι αριθμοί τρέχουν και τα φερμουάρ ανεβαίνουν. 
  Σώματα μονάδες που έρχονται και παρέρχονται, μαγνητίζονται και απωθούνται, ώσπου να απομαγνητιστούν εντελώς. Σώματα - μηχανήματα που καταργούν την έννοια της εγγύτητας. Σώματα αδέσμευτα, από φόβο που διστάζουν να παραδεχτούν. Σώματα που πληγώνουν για να μην πληγωθούν. Σώματα μηχανές. Μηχανές που χωρούν σε περιγράμματα. Μηχανές που σχεδιάζουν τα δικά τους περιγράμματα. Μηχανές που κάποτε η μπαταρία τους θα τελειώσει. Δεν πρέπει κάποτε η μπαταρία τους να τελειώσει;


Ναύπλιο - Nafplio



Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

ποτήρια με κρασί σε άδειους δρόμους

  Μουτζουρωμένα μάτια, η τσάντα που μπλέκεται στα μαλλιά σου το λουρί της και ένα κασκόλ που μια σε πνίγει, μια σκουπίζει το πάτωμα. Ρούχα που μυρίζουν τσιγάρο. Δεν μυρίζουν καπνό. Πάντα σου άρεσε το κατευναστικό άρωμα του καπνού, όχι όμως η ψευδαίσθηση που αφήνει φεύγοντας. Εκείνο το κατακάθι που βρωμώντας, σε προειδοποιεί ότι κάτι δίνεις για να πάρεις ηρεμία. Κάθε εξάρτηση προχωράει δεμένη με ιατρικές και "ηθικές" παρενέργειες. Όταν όμως είσαι ανίκανος να κρίνεις το ηθικό και το ανήθικο, γιατί είναι νωρίς, γιατί είναι εν τη εξελίξει, είτε γιατί είναι πολύ αργά, η πικρή μυρωδιά μόνο ένα ένστικτο μπορεί να σου δημιουργήσει που θα παραμείνει ανεξερεύνητο.
  Το τελευταίο τραγούδι που θα ακούσεις στο ραδιόφωνο, ή στο ipod μέχρι να βρεθείς στο κατώφλι του σπιτιού σου. Παραπάτημα, πρώτα από το κρασί και μετά από ώρες, όταν εκείνο εξατμίζεται, από την νύστα που αρχίζει ωστόσο να υποτάσσεται και να μην μοιάζει τόσο επιτακτική. Το καλσόν που ποτέ δεν επιβιώνει περισσότερο από μια έξοδο.
  Μπροστά στον καθρέφτη, λες πως κάθε βράδυ που γυρνάς, μοιάζεις με μια εκφυλισμένη εκδοχή της όψης που είχες πριν.
  Παρότι η νύχτα φαίνεται να έχει μια φθοροποιό επίδραση στο σώμα σου, την επιλέγεις για τον ακριβώς αντίθετο χαρακτήρα από αυτόν που δείχνει. Για εκείνη την μετριαστική της ικανότητα εναντίον κάθε είδους αγωνίας και ανεξήγητης προοπτικής. Για τα άδεια σοκάκια που περιβάλλονται από χρωματισμένα κατεβασμένα στόρια.
  Μια πόλη που κοιμάται, είναι μια πόλη ανίκανη να βιάσει την ψυχή σου. Μια πόλη που, παρότι θα ρίξει στάχτη στα ρούχα σου, θα μπλέξει τα μαλλιά σου, θα ατονίσει το κόκκινο στα χείλη σου, δεν θα διακορεύσει την ηρεμία που αποζητάς. Μια πόλη που κοιμάται, είναι μια πόλη ακίνδυνη. Που θα σεβαστεί τους ρυθμούς σου, όσο κι εσύ δεν της ζητάς περισσότερα από όσα είναι σε θέση να σου δώσει.




Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

#12fgr 12/02/2012

  Ξέρεις αυτό το αίσθημα που έχεις όταν βλέπεις μια ταινία που δεν θέλεις να δεις τι γίνεται μετά; Ποιος πέθανε, ποιος δικαιώθηκε; Αυτό το βάρος έχεις τώρα. Της άγνοιας. Της ανικανότητας να βρεις τη δύναμη να σχεδιάσεις πώς θα επιζήσεις.
  Σου θυμίζει κάτι. Τότε που σε είχαν πάει κουβαλητή σε ταυρομαχίες και το μόνο που μπορούσες να κάνεις είναι να βρίζεις σιωπηλά. Κανένας δεν μπορούσε να επέμβει και να σώσει τους ταύρους που τελικά θυσιάζονταν στο όνομα της ματαιοδοξίας των ταυρομάχων με τα φούξια κολάν. Αυτούς τους ταυρομάχους είδες και σήμερα.
  Επιστράτευαν πιόνια τους, με ασπίδες προστασίας, ικανά να τρέξουν και να γλιτώσουν το χτύπημα των κεράτων, τα οποία κάρφωναν τον ταύρο όταν εκείνος δεν κοίταζε. Ερχόντουσαν ύπουλα από πίσω και τον κάρφωναν με χαιρεκακία, με κάτι καρφιά που μένανε στη σάρκα του, σαν αγκίστρια. Και το χειρότερο; Από τα καρφιά αυτά, κρέμονταν χρωματιστές κορδέλες. Θα έλεγες ακόμη, πώς φάνταζαν χαρούμενες.
  Όταν ο ταύρος έχανε το σθένος του, και παραπατούσε, έμπαινε μέσα ο περήφανος ταυρομάχος. Γιατί περήφανος; Οι άλλοι δεν είχαν κάνει όλη την δουλειά; Και εκείνος έμοιαζε με τις απομιμήσεις του. Είχαν όλοι την ίδια επιτηδευμένη ηρεμία, που έφτανε ένα σκίρτημα του ταύρου για να την μετριάσει. Στην πρώτη ευκαιρία, ο ταυρομάχος κάρφωνε με ένα μαχαίρι τον ταύρο κάπου στην ράχη του και έσπευδε να τον ξεγελάσει με το περίφημο κόκκινο σεντόνι του. Κάτω από αυτό, έκρυβε το σπαθί και ξανακάρφωνε με την πρώτη ευκαιρία.
  Χαμογελούσε συνέχεια, με ένα τρεμμάμενο χαμόγελο καθώς κάρφωνε ξανά και ξανά την ράχη του ξεγελασμένου ζώου, μέχρι να το γονατίσει. Τελικά, εκείνο έσκαγε στο χώμα άψυχο και κακοποιημένο. Ο ταυρομάχος, λοιπόν, αναθάρρευε βλέποντας το ζώο σωριασμένο και ακίνδυνο και του έκοβε το αυτί. Πλησίαζε τότε τις κερκύδες, και έκανε γύρους τινάζοντας με έμφαση το χέρι του και καταφεύγοντας σε διαρκείς υποκλίσεις.
  Είχε εκπληρώσει τον αρχικό του στόχο περίφημα και χαιρόταν για αυτό. Χαμογελούσε απροκάλυπτα και έπαιρνε μια έκφραση σχεδόν ηδονική στο χειροκρότημα των παχύσαρκων Βαρκελωνέζων που κρατούσαν μπύρες και δελτία στοιχήματος.
  Και τώρα πάει δύο το ξημέρωμα. Η συνεδρίαση λύθηκε. Το βάρος στο στήθος σου δεν λέει να ελαφρύνει. Γιατί μόνο να σκέφτεσαι κατάφερες. Να σκέφτεσαι ότι κάποτε δεν ήθελες να εγκαταλείψεις αυτή τη χώρα. Γιατί σέβεσαι τους αγώνες των προηγουμένων. Και θα ήθελες να βρεις το θάρρος να κάνεις κάτι αντάξιο. Κάτι που να δείχνει πως τους σεβάστηκες.
  Μα δεν το βρήκες. Δεν τα κατάφερες. Και το μέλλον είναι πλέον προδιαγεγραμμένο. Οι παππούδες σου θα χάνουν την αξιοπρέπειά τους καθώς θα ζητάνε βερεσέδες όπως τότε στην κατοχή. Εσύ θα τρέφεσαι από τους γονείς με έναν μισθό χαρτζιλίκι, και θα τους καταδικάζεις σε μια συνεχή αγωνία να σε συντηρούν. Οικογένεια δεν θα κάνεις, γιατί οι γονείς σου δεν θα έχουν να πληρώνουν και τα εγγόνια τους. Κρίμα που τα χρήματα έφτασαν να καθορίζουν την ευτυχία μας. Εάν αποφασίσεις να εξοριστείς, όπου κι αν πας θα έχουν προαναγγείλει την άφιξή σου. Και θα σε αποκαλούν κλέφτη, απατεώνα και αποτυχημένο.
  Αυτό το βάρος, σου λέει ότι κάποιος πέθανε. Ο εαυτός που θα έχτιζες αυτόβουλα. Αυτός που θα ήσουν. Αν τα κατάφερνες, να τον προστατεύσεις. Μα δεν τα κατάφερες.
   Και ο ταυρομάχος θα συνεχίσει να περιφέρεται με την οργασμικά ικανοποιημένη του όψη γύρω από την σωρό του νεκρού εαυτού που δεν πρόλαβε να γευτεί την αντάρα της αγωνίας μιας τρωτής σάρκας.