Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

ποτήρια με κρασί σε άδειους δρόμους

  Μουτζουρωμένα μάτια, η τσάντα που μπλέκεται στα μαλλιά σου το λουρί της και ένα κασκόλ που μια σε πνίγει, μια σκουπίζει το πάτωμα. Ρούχα που μυρίζουν τσιγάρο. Δεν μυρίζουν καπνό. Πάντα σου άρεσε το κατευναστικό άρωμα του καπνού, όχι όμως η ψευδαίσθηση που αφήνει φεύγοντας. Εκείνο το κατακάθι που βρωμώντας, σε προειδοποιεί ότι κάτι δίνεις για να πάρεις ηρεμία. Κάθε εξάρτηση προχωράει δεμένη με ιατρικές και "ηθικές" παρενέργειες. Όταν όμως είσαι ανίκανος να κρίνεις το ηθικό και το ανήθικο, γιατί είναι νωρίς, γιατί είναι εν τη εξελίξει, είτε γιατί είναι πολύ αργά, η πικρή μυρωδιά μόνο ένα ένστικτο μπορεί να σου δημιουργήσει που θα παραμείνει ανεξερεύνητο.
  Το τελευταίο τραγούδι που θα ακούσεις στο ραδιόφωνο, ή στο ipod μέχρι να βρεθείς στο κατώφλι του σπιτιού σου. Παραπάτημα, πρώτα από το κρασί και μετά από ώρες, όταν εκείνο εξατμίζεται, από την νύστα που αρχίζει ωστόσο να υποτάσσεται και να μην μοιάζει τόσο επιτακτική. Το καλσόν που ποτέ δεν επιβιώνει περισσότερο από μια έξοδο.
  Μπροστά στον καθρέφτη, λες πως κάθε βράδυ που γυρνάς, μοιάζεις με μια εκφυλισμένη εκδοχή της όψης που είχες πριν.
  Παρότι η νύχτα φαίνεται να έχει μια φθοροποιό επίδραση στο σώμα σου, την επιλέγεις για τον ακριβώς αντίθετο χαρακτήρα από αυτόν που δείχνει. Για εκείνη την μετριαστική της ικανότητα εναντίον κάθε είδους αγωνίας και ανεξήγητης προοπτικής. Για τα άδεια σοκάκια που περιβάλλονται από χρωματισμένα κατεβασμένα στόρια.
  Μια πόλη που κοιμάται, είναι μια πόλη ανίκανη να βιάσει την ψυχή σου. Μια πόλη που, παρότι θα ρίξει στάχτη στα ρούχα σου, θα μπλέξει τα μαλλιά σου, θα ατονίσει το κόκκινο στα χείλη σου, δεν θα διακορεύσει την ηρεμία που αποζητάς. Μια πόλη που κοιμάται, είναι μια πόλη ακίνδυνη. Που θα σεβαστεί τους ρυθμούς σου, όσο κι εσύ δεν της ζητάς περισσότερα από όσα είναι σε θέση να σου δώσει.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου