Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

#12fgr 12/02/2012

  Ξέρεις αυτό το αίσθημα που έχεις όταν βλέπεις μια ταινία που δεν θέλεις να δεις τι γίνεται μετά; Ποιος πέθανε, ποιος δικαιώθηκε; Αυτό το βάρος έχεις τώρα. Της άγνοιας. Της ανικανότητας να βρεις τη δύναμη να σχεδιάσεις πώς θα επιζήσεις.
  Σου θυμίζει κάτι. Τότε που σε είχαν πάει κουβαλητή σε ταυρομαχίες και το μόνο που μπορούσες να κάνεις είναι να βρίζεις σιωπηλά. Κανένας δεν μπορούσε να επέμβει και να σώσει τους ταύρους που τελικά θυσιάζονταν στο όνομα της ματαιοδοξίας των ταυρομάχων με τα φούξια κολάν. Αυτούς τους ταυρομάχους είδες και σήμερα.
  Επιστράτευαν πιόνια τους, με ασπίδες προστασίας, ικανά να τρέξουν και να γλιτώσουν το χτύπημα των κεράτων, τα οποία κάρφωναν τον ταύρο όταν εκείνος δεν κοίταζε. Ερχόντουσαν ύπουλα από πίσω και τον κάρφωναν με χαιρεκακία, με κάτι καρφιά που μένανε στη σάρκα του, σαν αγκίστρια. Και το χειρότερο; Από τα καρφιά αυτά, κρέμονταν χρωματιστές κορδέλες. Θα έλεγες ακόμη, πώς φάνταζαν χαρούμενες.
  Όταν ο ταύρος έχανε το σθένος του, και παραπατούσε, έμπαινε μέσα ο περήφανος ταυρομάχος. Γιατί περήφανος; Οι άλλοι δεν είχαν κάνει όλη την δουλειά; Και εκείνος έμοιαζε με τις απομιμήσεις του. Είχαν όλοι την ίδια επιτηδευμένη ηρεμία, που έφτανε ένα σκίρτημα του ταύρου για να την μετριάσει. Στην πρώτη ευκαιρία, ο ταυρομάχος κάρφωνε με ένα μαχαίρι τον ταύρο κάπου στην ράχη του και έσπευδε να τον ξεγελάσει με το περίφημο κόκκινο σεντόνι του. Κάτω από αυτό, έκρυβε το σπαθί και ξανακάρφωνε με την πρώτη ευκαιρία.
  Χαμογελούσε συνέχεια, με ένα τρεμμάμενο χαμόγελο καθώς κάρφωνε ξανά και ξανά την ράχη του ξεγελασμένου ζώου, μέχρι να το γονατίσει. Τελικά, εκείνο έσκαγε στο χώμα άψυχο και κακοποιημένο. Ο ταυρομάχος, λοιπόν, αναθάρρευε βλέποντας το ζώο σωριασμένο και ακίνδυνο και του έκοβε το αυτί. Πλησίαζε τότε τις κερκύδες, και έκανε γύρους τινάζοντας με έμφαση το χέρι του και καταφεύγοντας σε διαρκείς υποκλίσεις.
  Είχε εκπληρώσει τον αρχικό του στόχο περίφημα και χαιρόταν για αυτό. Χαμογελούσε απροκάλυπτα και έπαιρνε μια έκφραση σχεδόν ηδονική στο χειροκρότημα των παχύσαρκων Βαρκελωνέζων που κρατούσαν μπύρες και δελτία στοιχήματος.
  Και τώρα πάει δύο το ξημέρωμα. Η συνεδρίαση λύθηκε. Το βάρος στο στήθος σου δεν λέει να ελαφρύνει. Γιατί μόνο να σκέφτεσαι κατάφερες. Να σκέφτεσαι ότι κάποτε δεν ήθελες να εγκαταλείψεις αυτή τη χώρα. Γιατί σέβεσαι τους αγώνες των προηγουμένων. Και θα ήθελες να βρεις το θάρρος να κάνεις κάτι αντάξιο. Κάτι που να δείχνει πως τους σεβάστηκες.
  Μα δεν το βρήκες. Δεν τα κατάφερες. Και το μέλλον είναι πλέον προδιαγεγραμμένο. Οι παππούδες σου θα χάνουν την αξιοπρέπειά τους καθώς θα ζητάνε βερεσέδες όπως τότε στην κατοχή. Εσύ θα τρέφεσαι από τους γονείς με έναν μισθό χαρτζιλίκι, και θα τους καταδικάζεις σε μια συνεχή αγωνία να σε συντηρούν. Οικογένεια δεν θα κάνεις, γιατί οι γονείς σου δεν θα έχουν να πληρώνουν και τα εγγόνια τους. Κρίμα που τα χρήματα έφτασαν να καθορίζουν την ευτυχία μας. Εάν αποφασίσεις να εξοριστείς, όπου κι αν πας θα έχουν προαναγγείλει την άφιξή σου. Και θα σε αποκαλούν κλέφτη, απατεώνα και αποτυχημένο.
  Αυτό το βάρος, σου λέει ότι κάποιος πέθανε. Ο εαυτός που θα έχτιζες αυτόβουλα. Αυτός που θα ήσουν. Αν τα κατάφερνες, να τον προστατεύσεις. Μα δεν τα κατάφερες.
   Και ο ταυρομάχος θα συνεχίσει να περιφέρεται με την οργασμικά ικανοποιημένη του όψη γύρω από την σωρό του νεκρού εαυτού που δεν πρόλαβε να γευτεί την αντάρα της αγωνίας μιας τρωτής σάρκας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου