Την πρώτη φορά που με είδες περπατούσα πολύ γρήγορα. Φορούσα μια στραπατσαρισμένη τζιν φούστα και ένα μωβ καλσόν. Πάσχιζα να μην σέρνω τις μπεζ, βαριές αρβύλες μου στις πέτρες. Φορούσα ακουστικά και στο μέτωπό μου είχαν σχηματισθεί τρεις μικρές ρυτίδες. Ήμουν σοβαρή και φαινόμουν να μασάω εσωτερικά το δεξί μου μάγουλο. Περίμενα κάτω απ' το φανάρι και έριχνα κλεφτές ματιές τριγύρω, τραβώντας απότομα το βλέμμα μου. Σαν να ντρεπόμουν να φέρω κάποιον σε άβολη θέση με την αδιακρισία μου. Ύστερα με έχασες για λίγο όταν μπήκα στο βιβλιοπωλείο. Περίμενες και βγήκα με μια σακούλα. Συνέχιζα να κοιτάω γρήγορα από εδώ και από κει. Όποτε τα μάτια μου συναντούσαν άλλα, στρέφονταν στο πάτωμα κι εγώ χαμογέλαγα με ντροπή. Ξαφνικά σταμάτησα. Δεν διέκρινες τι κοίταζα. Με είδες να βγάζω μια κάμερα, να κοντοστέκομαι με αστάθεια, να δαγκώνω την άκρη του κάτω χείλους μου και κάτι να τραβάω. Πάντα νευρική να σκηνοθετώ στους δρόμους και να τους ντύνω με ήχους μέσα από τα ακουστικά.
Από την μικρή μου τσάντα εξείχε ένα μεγάλο κόκκινο βιβλίο που πρόδιδε πως δεν είχα υπολογίσει σωστά τις διαστάσεις του στην αρχή της ημέρας. Κατεβήκαμε παράλληλα μα δεν σε είδα, έτσι συγκεντρωμένη στο επιτηδευμένο και δήθεν αποφασιστικό μου βήμα. Έφτασα στην αποβάθρα και το τρένο αργούσε ακόμα. Κάθησες δύο θέσεις πιο 'κει και με είδες να ανοίγω το κόκκινο βιβλίο μαζί με ένα τσαλακωμένο χαρτί. Αντέγραφα με συμμετρικά γράμματα για να μετριάσω την ακαταστασία. Έσκυβα πάνω απ' τις σελίδες που φαίνονταν να έχουν περάσει από γραφομηχανή. Το βιβλίο ήταν παλιό με σκληρό εξώφυλλο. Από κάπου το είχα δανειστεί. Το σκουλαρήκι μου γλίστρησε πάνω στην σελίδα. Το σήκωσα και το φόρεσα χωρίς να χάσω την προσοχή μου. Το τρένο ακούστηκε και σηκώθηκα βιαστική.
Μπήκα στο τρένο κι εσύ έπρεπε να με ακολουθήσεις. Μου είχε πέσει το τσαλακωμένο χαρτί. Το άρπαξες, μα οι πόρτες έκλεισαν οριστικά. Με κοίταξες κι όπως στεκόμασταν απέναντι σου φάνηκα γνώριμη. Τα περιγράμματά μας ταιριάξανε κι εσύ τρόμαξες γιατί σου έφερνα στο μυαλό την συνέχεια και την εξέλιξη. Το άγνωστο και η φθορά. Η προσδοκία. Επιτέλους σε κοίταξα κι εγώ και τα μάτια μας ενώθηκαν. Ίδια στο χρώμα, μα τα δικά μου λίγο πιο κουρασμένα, με μια ρυτίδα. Πιο ξένα. Πιο αλλοτριωμένα. Και τρόμαξα κι εγώ από νοσταλγία. Η βίαια απόρριψη του ανώριμου και η επιθετική ώθηση για να σηκωθείς στα πόδια σου, οι κραυγές της επαγρύπνησης με τρόμαξαν ξαφνικά.
Άνοιξες την χούφτα σου και ζαλισμένο ίσιωσες το χαρτί. Διάβασες:
"Πρώτη Συνεδρίαση
Τρίτη 6 Ιουλίου 1976, ώρα 10.00 - 13.00
Ton Lutz (Ολλανδία)
- Ηλέκτρα: από κάποιον που στα αρχαία χρόνια τον οδηγούσε η κλασική Μοίρα φτάσαμε στον σημερινό απόβλητο που από την απελπισία του γίνεται αδίστακτος, στον πρόσφυγα, σ'αυτον που δεν έχει θέση στο ίδιο του το τραπέζι, όπως δεν έχουν τόσοι άνθρωποι στις μέρες μας... και πιο μετά: σε ποιο κοινό απευθυνόματε; και: η σιωπή έχει κάποτε μεγαλύτερη ποιητική και δραματική δύναμη από τον λόγο"
Και σου φάνηκαν όλα, άγνωστες λέξεις. Γιατί έτσι μας φαίνεται η πορεία μας. Τότε που τα περιγράμματά μας θα ταιριάξουν απόλυτα και τα μάτια μας θα μετράνε τις ίδιες εικόνες και τα ίδια σημάδια, πάλι άγνωστες θα είναι οι λέξεις. Και όταν τα μάτια σου θα με προσπεράσουν και θα τα αγκαλιάζουν πιο πολλές ρυτίδες, πάλι άγνωστες.
Από την μικρή μου τσάντα εξείχε ένα μεγάλο κόκκινο βιβλίο που πρόδιδε πως δεν είχα υπολογίσει σωστά τις διαστάσεις του στην αρχή της ημέρας. Κατεβήκαμε παράλληλα μα δεν σε είδα, έτσι συγκεντρωμένη στο επιτηδευμένο και δήθεν αποφασιστικό μου βήμα. Έφτασα στην αποβάθρα και το τρένο αργούσε ακόμα. Κάθησες δύο θέσεις πιο 'κει και με είδες να ανοίγω το κόκκινο βιβλίο μαζί με ένα τσαλακωμένο χαρτί. Αντέγραφα με συμμετρικά γράμματα για να μετριάσω την ακαταστασία. Έσκυβα πάνω απ' τις σελίδες που φαίνονταν να έχουν περάσει από γραφομηχανή. Το βιβλίο ήταν παλιό με σκληρό εξώφυλλο. Από κάπου το είχα δανειστεί. Το σκουλαρήκι μου γλίστρησε πάνω στην σελίδα. Το σήκωσα και το φόρεσα χωρίς να χάσω την προσοχή μου. Το τρένο ακούστηκε και σηκώθηκα βιαστική.
Μπήκα στο τρένο κι εσύ έπρεπε να με ακολουθήσεις. Μου είχε πέσει το τσαλακωμένο χαρτί. Το άρπαξες, μα οι πόρτες έκλεισαν οριστικά. Με κοίταξες κι όπως στεκόμασταν απέναντι σου φάνηκα γνώριμη. Τα περιγράμματά μας ταιριάξανε κι εσύ τρόμαξες γιατί σου έφερνα στο μυαλό την συνέχεια και την εξέλιξη. Το άγνωστο και η φθορά. Η προσδοκία. Επιτέλους σε κοίταξα κι εγώ και τα μάτια μας ενώθηκαν. Ίδια στο χρώμα, μα τα δικά μου λίγο πιο κουρασμένα, με μια ρυτίδα. Πιο ξένα. Πιο αλλοτριωμένα. Και τρόμαξα κι εγώ από νοσταλγία. Η βίαια απόρριψη του ανώριμου και η επιθετική ώθηση για να σηκωθείς στα πόδια σου, οι κραυγές της επαγρύπνησης με τρόμαξαν ξαφνικά.
Άνοιξες την χούφτα σου και ζαλισμένο ίσιωσες το χαρτί. Διάβασες:
"Πρώτη Συνεδρίαση
Τρίτη 6 Ιουλίου 1976, ώρα 10.00 - 13.00
Ton Lutz (Ολλανδία)
- Ηλέκτρα: από κάποιον που στα αρχαία χρόνια τον οδηγούσε η κλασική Μοίρα φτάσαμε στον σημερινό απόβλητο που από την απελπισία του γίνεται αδίστακτος, στον πρόσφυγα, σ'αυτον που δεν έχει θέση στο ίδιο του το τραπέζι, όπως δεν έχουν τόσοι άνθρωποι στις μέρες μας... και πιο μετά: σε ποιο κοινό απευθυνόματε; και: η σιωπή έχει κάποτε μεγαλύτερη ποιητική και δραματική δύναμη από τον λόγο"
Και σου φάνηκαν όλα, άγνωστες λέξεις. Γιατί έτσι μας φαίνεται η πορεία μας. Τότε που τα περιγράμματά μας θα ταιριάξουν απόλυτα και τα μάτια μας θα μετράνε τις ίδιες εικόνες και τα ίδια σημάδια, πάλι άγνωστες θα είναι οι λέξεις. Και όταν τα μάτια σου θα με προσπεράσουν και θα τα αγκαλιάζουν πιο πολλές ρυτίδες, πάλι άγνωστες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου