Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Εκεί που κρύφτηκε το πνεύμα των ημερών.

Χριστούγεννα. Λιγωτικά μελομακάρονα και αποτυχημένοι κουραμπιέδες που ξαπλώνουν άθικτοι στο τραπέζι του σαλονιού, μέχρι να μπαγιατέψουν επισήμως και να πεταχτούν στα σκουπίδια. Δέντρο που ακόμα μυρίζει όπως όλα τα χρόνια ακόμη κι αν δεν προλάβατε να το στολίσετε όλοι μαζί. Πάντα σε ενοχλούσε το τσίμπιμα από τα κλαδιά, καθώς περνούσες τις μπάλες αλλά πιο πλάκα είχε από τώρα. Βιβλία που αντί να τα διαβάσεις πλάι στο μαγικά φωτισμένο δέντρο, δεν αντέχεις και τα ξεπετάς στις διαδρομές του μετρό και του προαστιακού. Δώρα που υποτίθεται ότι φέτος θα ήταν πιο συμβολικά, λιγότερο φανταχτερά και περισσότερο ανεπίσημα από τις προηγούμενες χρονιές. Πιο όμορφα. Τραπέζια και συγκεντρώσεις που επαναλαμβάνονται πατροπαράδοτα, μερικά πετυχημένα και άλλα, ένα βήμα πριν σκάσει αυτή η μάσκα της οικειότητας, της βεβιασμένης και της άτυπα υποχρεωτικής. Ρούχα που το εορταστικό κλίμα συγχωρεί, στιβαγμένα στη πολυθρόνα απέναντι από την ντουλάπα, κάθε χρόνο πιο άχρωμα κάθε χρόνο πιο συνηθισμένα. Ίωση. Αντιβίωση, seretide και σιρόπια, που δεν κατάφερες να τα πάρεις με την σωστή σειρά. Συσκευασίες από καθαριστήρια, με κοστούμια, πουκάμισα και τα "γιορτινά" όλων. Τα χερουβίμ στο ραδιόφωνο, που όταν ατονίσουν, αντικαθίστανται από άλλους χριστουγεννιάτικους ύμνους, οι οποίοι (διαπίστωση) είναι ανεξάντλητοι. Η μετάλαξη ακόμη και των πιο προβληματισμένων γνωστών σου, σε μεταλαμπαδευτές της αγάπης και της αλληλεγγύης λόγω των ημερών. Τα κλειδιά του σπιτιού σου που χάθηκαν στη μετάφραση. Ποτήρια κρασιού στον νεροχύτη και πιάτα που δεν αντέχεις να βάλεις στο πλυντήριο. Σακούλες κόκκινες, με ξεκάρφωτα συνθήματα του τύπου "give joy", σε μορφή εντολής. Φίλοι που επέστρεψαν στη πατρογονική γη για λίγες μέρες και σου λείπουν. Το blue tack (σου το είπαν το όνομα στα ελληνικά αλλά δεν το θυμάσαι) που αποδυναμώθηκε μπροστά στο σθένος του ζεστού αέρα απ' το air condition και άφησε τις πιο πολύτιμες αφίσες σου να αιωρούνται άχαρα μέχρι να πιάσουν πάτωμα. Η συσκευασμένη σόμπα που προσπαθούσε να στερεώσει με τα πόδια της η κυρία στο τρένο. Το "τανγκό των Χριστουγέννων" που σε κάνει να ερωτευτείς γενικά και αόριστα. Ανώφελες συναντήσεις με ανθρώπους που το νόημα τους έχει αλλάξει ριζικά για εσένα. Ή που έτσι νομίζεις. Συναντήσεις για το τίποτα και από απλή νοσταλγία. Νοσταλγία προς κάτι αόριστο. Συναντήσεις στα προσεχώς, που σε φέρνουν ξανά σε σημείο μηδέν. Ευχές. Για το νέο έτος; Όχι. Πέρσυ πέτυχες ακριβώς το αντίθετο από αυτό που ζήτησες. Όχι ευχές φέτος. Φλουρί στις υπερτροφικές βασιλόπιτες του Βάρσου. Δύο βασιλόπιτες. Δεν ξέρεις γιατί. "Το ροζ που δεν ξέχασα" του Ξανθούλη και "Τα σακιά" της Καρυστιάνη. Ειδικά τα σακιά. Όχι για το κεντρικό νόημα. Για μια εικόνα, προς το τέλος τους, την λες και άσχετη με το σασπένς. Δύο παραδομένοι στον χρόνο παππούδες στο σπίτι, περιμένοντας την αποκλειστική, που η γυναίκα λέρωσε το κρεβάτι τους και εκείνος δεν κατάφερε να την κουνήσει και να την καθαρίσει μόνος του, αλλά αποφάσισε να την πάρει αγκαλιά, να υπομείνει την σκατίλα και να της μιλάει για τραγούδια και για πράγματα που ζήσανε. Τρελό, αλλά αυτή είναι η αγαπημένη σου εικόνα των Χριστουγέννων. Γιατί είναι τόσο ιδανική και τόσο βρώμικη. Καθόλου βρώμικη, βασικά. Άργησες αλλά το βρήκες το χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Μες στα σκατά. Μαγκιά σου.


Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Ρούχα εξόριστα


Λένε πώς τα ρούχα, τα φοράς με το μέσα και το έξω σου. Κάτι παίρνεις από μέσα και κάπως το βγάζεις εκτός. Για να το δείξεις, ακόμη κι αν δεν σου αρέσει η επίδειξη. Δεν το λένε επίδειξη αυτό που σε τρομάζει πιο πολύ. Το λένε, «προτροπή να διαστρεβλώσεις την αρχική σου πρόθεση». Αυτό το επιτηδευμένο σε ανησυχεί. Το μη διακριτικό. Το αλλαγμένο, για να δείξεις κάτι που δεν είσαι.

Περάσανε τα χρόνια και μάζεψες τα παλιά σου ρούχα, να τα βάλεις στην αποθήκη. Άλλα είναι πολύ φανταχτερά, μιάσματα της κάποιας, εικόνας σου. Αυτής που θέλεις πια να δείχνεις. Αυτής που κάπως ήταν, την κοίταγες για ώρα, πολλή, στον καθρέφτη και αποφάσισες ότι δεν θα πρέπει πια να είναι έτσι. Σκέφτηκες των άλλων, τα είδωλα στον καθρέφτη και βρήκες διαφορές. Και πείστηκες ότι μπορεί και αυτά τα ρούχα σου, να μην πετύχουν τελικά, αυτό που αρχικά είχες κατά νου. Όπως έγινε και με τους άλλους. Γι’ αυτό τα μάζεψες. Και δεν τα έδωσες σε κανέναν ρακένδυτο, που φοράει ό,τι του πετάξουν και έχει πια αρχίσει να αναζητά ένα ύφασμα σταθερό και επίμονο στον χρόνο, που θα τον κρατήσει για καιρό, που κάτι διαφορετικό μπορεί και να δείξει. Αφού, λες, ούτε εσένα δεν σε έντυσαν καλά.

Άλλα ρούχα σου είναι πια στενά. Σε κάνουν να νιώθεις άσχημα που έφαγες κάτι παραπάνω, χωρίς να ακολουθήσεις το διατροφικό πρόγραμμα που έχουν και οι άλλοι. Παίρνεις κορσέδες, τώρα, για να πείσεις και τους άλλους και εσένα, που κρυφοκοιτάζεις τρομαγμένος τον καθρέφτη, ότι μια χαρά είναι το πρόγραμμα της διατροφής σου. Ότι δεν κάνεις καταχρήσεις, αναζητώντας τον κορεσμό. Και για να αποφύγεις την σύγκριση με τότε, που χόρταινες πιο γρήγορα και είχες διαφορετικό έλεγχο του εαυτού σου. Τον έλεγχο της συνείδησης.

Δεν τα θέλεις τα στενά σου ρούχα, επειδή θα κυοφορήσεις παιδιά. Και σου είπαν ότι δεν πρέπει να τα πιέζεις με ρούχα που δείχνουν να σε στενεύουν. Ότι μπορεί να βγουν διαφορετικά. Και προβληματικά. Είναι δύσκολα τα διαφορετικά παιδιά. Έτσι σου είπαν. Μαζεύεις τα στενά σου ρούχα και φοράς τα άλλα, που σου δίνουν «σχήμα». Σαν κι αυτό που βλέπεις στην τηλεόραση να έχουν όσοι κουβαλάν παιδιά. Σαν κι αυτό που πρέπει να έχεις για να είσαι όμορφος, κι εσύ με το παιδί, κι εκείνο, όταν γεννηθεί. Τα μαζεύεις τα στενά σου ρούχα και δεν τα δίνεις ούτε αυτά σε άλλους, που μπορεί να κάνουν κι εκείνοι παιδιά. Γιατί ποιος έχει ανάγκη από στενά ρούχα; Ποιος έχει ανάγκη από διαφορετικά παιδιά; Έτσι σου είπαν.
    
Αυτό το διαστρεβλωμένο, το επιτηδευμένο, το μη διακριτικό, το αλλαγμένο, σε ανησυχούσε. Τότε που τα ρούχα σου δεν έμοιαζαν και σ’ εσένα στενά.  


Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

άνθρωποι με αύρες και υποθέσεις

    Μπορεί και να βρέθηκες κατά λάθος εκεί, να μην έπρεπε να δεις όσα είδες και να υποψιαστείς όσα υποψιάστηκες. Έχεις σκεφτεί, όμως, καθημερινά, πόσες διαφορετικές πραγματικότητες συναντάς, χωρίς να τους δίνεις τόση προσοχή; Ο κάθε άνθρωπος που διασταυρώνεσαι, κουβαλάει κάτι το εντελώς δικό του, που το ξέρει, πως κανένας άλλος δεν θα το αντιληφθεί όπως ο ίδιος. Μαζί με τη δική σου προσωπική εμπειρία, τα δικά σου προβλήματα και τις σκέψεις, γίνεσαι μάρτυρας τόσων άλλων, και βυθισμένος στα δικά σου, μπορεί και να σου ξεφεύγουν. Δεν σε κατηγορώ. Αν το σκεφτείς, όλοι το ίδιο κάνουν. Και έτσι κυλούσε η ζωή των προηγούμενων, έτσι η δική μας και έτσι των επόμενων. Και η ζωή θα συνεχίζει να αποτελεί μια διασταύρωση. Όχι απλώς ατόμων. Ας το πούμε αύρα. Μια τέτοια διασταύρωση.
  Βρίσκεσαι μπροστά σε δύο ανθρώπους. Δεν τους ξέρεις, δεν σε ξέρουν. Δεν κατάλαβες τι είναι αυτό που στην περίπτωσή τους σου τράβηξε την προσοχή και άρχισες τις σεναριολογίες. Πάντως, σου δίνεται η ευκαιρία να παρατηρήσεις για λίγο απ' έξω, διακριτικά, μα συνάμα τόσο αδιάκριτα, τις κινήσεις τους. Πρέπει να πάνε σε διαφορετικά μέρη. Και, παρότι αισθάνονται πως δεν έχουν κάτι να τους κρατάει πια μαζί, εκείνος, αμήχανα, της ζητάει να την διευκολύνει. Εκείνη, ακόμη πιο αμήχανη μα πιο γρήγορη στις απαντήσεις της, προσπαθεί να παραστήσει ότι δεν αντιλήφθηκε την προσφορά. Εκείνος ντρέπεται πλέον κανονικά, όμως επιμένει. Με τυπική ευγένεια, που είσαι σίγουρη ότι από μέσα φωνάζει άλλα πράγματα, εκείνη δέχεται. Μετά τους χάνεις από τα μάτια σου. Στρίβουν στον δρόμο, με μια μικρή απόσταση ο ένας από τον άλλο, χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Δεν ξέρεις τι έγινε μετά, που δεν τους έβλεπες. Δεν ξέρεις καν την ιστορία τους. Δεν έχεις ξαναπετύχει την αύρα τους. Και όλες οι υποθέσεις σου, έγιναν βασισμένες στο κενό, έτσι, για μια αρχή.
  Βρίσκεσαι σε ένα μπάρ. Βλέπεις μια ξένη παρέα σε εσένα, και ένα άτομο που η χαρά του μοιάζει, λίγο πιο προσποιητή και το χαμόγελό του, λίγο πιο ψεύτικο. Πάλι αδιάκριτα, χωρίς να γίνεσαι αντιληπτή, παρατηρείς. Η συζήτηση κυμαίνεται στον ίδιο ρυθμό, όμως, όταν τα μάτια του σηκώνονται γιατί βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης, βιάζεται να απαντήσει κάτι το δυνατά αντιφατικό των συναισθημάτων του, όλοι γελάνε και τον παραδέχονται. Και εκείνος γελάει. Μέσα όμως, σε λίγες στιγμές, το βλέμμα του ξανα γίνεται υποτονικό, μέχρι η προηγούμενη διαδικασία να επαναληφθεί. Ποιος ξέρει τι του έλεγαν, και πώς πιεζόταν να απαντήσει. Πάλι υποθέτωντας, τον βρίσκεις προσποιητό, μα που η πραγματική του αλήθεια, η αύρα του, βγαίνει πιο πολύ στην επιφάνεια σήμερα, παρά τις άλλες μέρες. Για σήμερα μόνο, πρέπει να κρατηθεί και να μην κλάψει με τα αστεία που επαναλαμβάνονται και επαναλαμβάνονται εις βάρος του. Θα δυσκολευτεί, μα θα βάλει την κασέτα να παίζει. Εκείνη του πάντα χαρούμενου ανθρώπου που δεν τον ενοχλεί τίποτε από τα αστεία και που, ίσα ίσα το διασκεδάζει. Κι ας το σιχαίνεται. Για σήμερα μόνο. Πρέπει να φύγεις απ' το μπαρ. Δεν ξέρεις πώς θα ακολουθήσει η βραδιά για τον άγνωστο θλιμμένο. Δεν ξέρεις αν θα συνεχίσει την κασέτα, βασανιστικά και εξευτελιστικά μέχρι το ξημέρωμα, ή αν θα ξεσπάσει ξαφνικά, θα τους βρίσει όλους και θα φύγει να κρυφτεί κάπου πιο αληθινά. Δεν ξέρεις τίποτα, ούτε για τους φίλους του. Και μάλλον, δεν θα ξαναπετύχεις ποτέ έξω αυτή την παρέα. Ούτε θα μάθεις τι έγινε, τελικά, εκείνο το βράδυ.
  Βρίσκεσαι σε μια στάση λεωφορείου. Βλέπεις έναν κύριο που περπατά τρεκλίζοντας. Κάθεται δίπλα σου, όση ώρα περιμένετε. Βαριανασαίνει, όπως κάνουν οι κουρασμένοι άνθρωποι. Βγάζει το πορτοφόλι του και επειδή τα χέρια του τρέμουν, του πέφτει κάτω. Σκύβεις να το σηκώσεις και βλέπεις μια φωτογραφία, ασπρόμαυρη μιας ξανθιάς κοπέλας με ρούχα άλλης εποχής και ένα χαμόγελο που φαντάζεσαι ότι είναι πολύ πιο αυθόρμητο, από όσο το επέτρεπαν οι φωτογράφοι τότε. Που ξέρεις, μπορεί και να ήταν ο ηλικιωμένος κύριος πίσω από την κάμερα και να της έκανε ένα αστείο που κανένας άλλος δεν έμαθε, για να χαμογελάσει. Μπορεί αυτή η φωτογραφία να ήταν η αγαπημένη στιμγή αλληλεπίδρασης ενός ζευγαριού, που μπορεί και να μην έγινε ποτέ ζευγάρι κανονικό, ή μπορεί να ήταν για πάντα, μέχρι που εκείνη έφυγε με τον χρόνο και εκείνου δεν του έφταναν ούτε τα παιδιά, ούτε τα εγγόνια του για να καλύψει την απουσία του μεγαλύτερου έρωτα της ζωής του. Ούτε καν αυτή η τελευταία φωτογραφία από τα νιάτα τους. Κάτω από αυτή τη φωτογραφία, είναι μια άλλη, έγχρωμη και μάλλον σύγχρονη, δύο μικρών κοριτσιών, πρέπει να είναι 13 ή 14 χρονών, όμορφες και βαμμένες αφύσικα για την ηλικία τους, που δεν χαμογελάνε, αλλά φαίνονται να ψάχνουν την σωστή γωνία για να βγουν. Φαντάστηκα πως είναι τα εγγόνια του. Μπορεί και τα ανήψια του. Μπορεί να μην έκανε ποτέ οικογένεια με την πανέμορφη χαμογελαστή κυρία από πάνω. Μπορεί επίσης, τα παιδιά του να μένουν κάπου μακριά, πόσο συχνό φαινόμενο; και να τον βλέπουν μόνο κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και Καλοκαίρι. Εκείνη όμως η αγαπημένη του, θα καθόταν κάθε μέρα δίπλα του, δεν θα τον έβλεπε σαν εκκρεμότητα αλλά σαν τον άνθρωπο που λάτρευε σαν Θεό. Θα τον έβλεπε σαν κάποιον που κάτι μπορεί να της προσφέρει. Όχι σαν ένα τμήμα της λίστας των υποχρεώσεων. Του έχεις δώσει προ πολλού το πεσμένο πορτοφόλι όταν έρχεται το λεωφορείο. Δεν σου έχει πει τίποτε παρά ένα νεύμα ευγνωμοσύνης και ταπείνωσης που σου χάρισε. Έφτασε το πρώτο λεωφορείο. Εκείνος σηκώνεται, μα εσύ παραμένεις στη θέση σου γιατί περιμένεις το άλλο. Περπατάει αργά μέχρι την πόρτα και ο οδηγός δεν τον βλέπει, πάει να την κλείσει και να προχωρήσει. Σηκώνεσαι ενστικτωδώς και κυνηγάς για ένα μέτρο το λεωφορείο. Λες "περιμένετε ένα λεπτό". Ο ηλικιωμένος κύριος δεν έχει κουνηθεί ούτε μέτρο από την αρχική του θέση της εγκατάλειψης και κοιτάζει το πάτωμα. Τρέχεις, τον πιάνεις αποφασιστηκά από το μπράτσο και εκείνος σε κοιτάζει απορρημένος. Μπορεί και τρομαγμένος. Ο οδηγός που τον είχες κοιτάξει με ένα δολοφονικό βλέμμα και ύστερα τον λυπήθηκες για αυτό, έχει ανοίξει την πίσω πόρτα. Βοηθάς τον κύριο να ανέβει, και μόλις είσαι σίγουρη ότι έχει ανακτήσει τη σταθερότητά του, βγαίνεις. Δεν θέλεις να τον κάνεις να φανεί ανίκανος να κρατήσει την ισοροπία του. Δεν θα του άρεσε. Το λεωφορείο φεύγει και παίρνει μαζί του την αύρα του κυρίου με τον μεγάλο έρωτα. Δεν ξέρεις αν επιστρέφει στο σπίτι του, μόνος του. Αν τον περιμένει εκεί η ξανθιά και πλέον, ασπρομάλλα κυρία με την απόλυτη αφοσίωση που προσήμαινε η φωτογραφία των περασμένων χρόνων. Αν θα έρθουν τα παραβαμμένα εγγονάκια του για λίγο κι ύστερα θα φύγουν πάλι. Το μόνο που αντιλήφθηκες με σιγουριά, ήταν εκείνος ο μεγάλος έρωτας. Και δεν σε πειράζει που απλώς υποθέτεις. Κάτι σου λέει ότι αυτός ο έρωτας ήταν αληθινός.
  Είναι τόσες οι αύρες που συναντάς κάθε μέρα οπουδήποτε. Είναι ιστορίες που μπορεί να έχουν πιο πολύ πόνο και ενδιαφέρον από τα δικά σου θέματα. Από τη δική σου αύρα. Όμως ήταν, είναι και θα είναι, αύρες φευγαλέες των περαστικών. Λυπάσαι. Που δεν θα δεις ξανά το ζευγάρι, το παιδί του μπάρ και τον ερωτευμένο κύριο. Έτσι είναι όμως οι ζωές όλων. Περαστικές και φευγαλέες.



Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

εορταστικές ασέβειες

  Αν με ρωτήσεις θα σου πω ότι ποτέ δεν με ανάγκασαν στο σπίτι μου να κάνω πράγματα που δεν θέλω. Έτσι, λοιπόν, άργησα να πάρω την απόφαση με τον αδερφό μου να βγούμε να τραγουδήσουμε τα κάλαντα. Από παλιά, προτιμούσαμε να κοιμόμαστε τα πρωινά, παρά να τρέχουμε στους δρόμους. Κάπου προς τη μέση του δημοτικού όμως, συνειδητοποιήσαμε ότι είχε ενδιαφέρον. Απολύτως ειλικρινά, δεν είχαμε ιδέα τι τραγουδούσαμε, ακριβώς επειδή οι γονείς, δεν μας το είχαν εξηγήσει με λεπτομέρειες, παρότι ο μπαμπάς επέμενε ότι πρέπει να δείχνουμε σεβασμό. Ένα πρωί, λοιπόν, ξυπνήσαμε νωρίς νωρίς και τον βάλαμε μέσα σε 10 λεπτά να μας μάθει το τραγούδι. Το ίδιο κάναμε και την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
  Την αμέσως επόμενη χρονιά, και πάλι, βγήκαμε με τα τριγωνάκια την παραμονή των χριστουγέννων. Ο αδερφός μου κρατούσε ένα απλό τρίγωνο από τα τζάμπο και εγώ, το αρχαίο, σιδερένιο τρίγωνο που είχε ο μπαμπάς μας όταν τραγουδούσε εκείνος. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι περισσότερο έπειθε για τρομοκρατικό όπλο και ίσως γι΄αυτό δεν μας αρνιόταν κανείς να τραγουδήσουμε. Πήγαμε σε όλη τη γειτονιά (σε σπίτια όμως όχι, γιατί δεν μας άφηναν) και προς το μεσημέρι, μας μάζεψε ο μπαμπάς στο αυτοκίνητο. Τότε μας είπε να του "τα πούμε" και εκείνου. Και αρχίσαμε περήφανα: "Αρχιμηνιά κι αρχιχρονία...". Τη συνέχεια, μπορείς να τη φανταστείς νομίζω. Πάντως τελικά δεν αισθανθήκαμε πολύ άσχημα που μπερδέψαμε τα δύο τραγούδια μεταξύ τους, γιατί κανένας απ' ό,τι φαίνεται, δεν το είχε προσέξει. Μόνο ο μπαμπάς, που μας μάλωσε για την "έλλειψη σεβασμού προς τα θεία".
  Την ίδια κατηγορία, ακούσαμε πρόσφατα, όταν θα υποδεχόμασταν στο σπίτι ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, κανένας μας δεν τον περίμενε, αλλά εμφανίσθηκε ξαφνικά. Οι γονείς μας ήταν ήδη στον κήπο και τον άκουγαν με τόση προσοχή, που ο αδερφός μου και εγώ σχεδόν τους κοροϊδεύαμε μεταξύ μας. Η κοπέλα που μας βοηθούσε στο σπίτι, μια Γκανέζα, ευλαβής Χριστιανή, ήρθε με δέος να μας βρει για να μας προειδοποιήσει να του φιλήσουμε το χέρι μόλις βγούμε έξω.
  Δεν τον ξέραμε. Όμως και οι δύο διαφωνούμε κάθετα με τέτοιου είδους χειρονομίες και δηλώνουμε βαρύγδουπα ότι ακριβώς όσο σεβόμαστε κάθε άλλον άνθρωπο, τόσο σεβόμαστε και τους παππάδες. Δεν σκοπεύαμε, δηλαδή, να το κάνουμε.
  Βγήκαμε έξω, λοιπόν, πρώτα ο αδερφός μου και μετά εγώ, με τους γονείς μας να αγωνιούν διακριτικά, για το τυπικό της υπόθεσης. Και οι δύο χαμογελούσαμε πλατιά (το λες και για να γλιτώσουμε λίγες παρατηρήσεις αργότερα). Ο παππάς άπλωσε το χέρι του προς τον αδερφό μου, εκείνος με ένα ακόμη πιο πλατύ χαμόγελο το έπιασε και το κούνησε με μια κατά τα άλλα ευγενέστατη χειραψία. Το ίδιο έκανα και εγώ, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνος βρέθηκε σε αμηχανία και εμείς δεν τολμούσαμε να κοιτάξουμε τον πατέρα μας στα μάτια. Είμασταν όμως, περήφανοι.
  Όταν λοιπόν, έφευγε ο παππάς, δεν μας πλησίασε. Σήκωσε το χέρι του από μακριά προς εμένα και τον αδερφό μου και μας χαιρέτησε χωρίς να διεκδικεί έμπρακτη απόδειξη σεβασμού και -όπως το λέμε εμείς οι αντιδραστικοί, _υποταγής σε μια άτυπη εξουσία. Τελικά ο πατέρας μας περιορίστηκε στο "κανένας σεβασμός" και το θέμα έληξε εκεί.

Ίσως γιατί σεβάστηκε τη γνώμη μας. Μπορεί και επειδή σήκωσε τα χέρια ψηλά. Δεν τολμήσαμε να ρωτήσουμε. 

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Το τραγούδι της οργής

  Ψέματα είναι πως τις τελευταίες μέρες επικρατεί ησυχία; Τα νέα συνεχίζουν να διαδίδονται, όμως όλα παρουσιάζονται σαν να έχουν μπει σε μια σειρά. Ένα τελετουργικό παρακολουθείς, που πιστεύεις ότι κάπου θα σε βγάλει. Το χρειαζόσουνα. Και εσύ και οι άλλοι, να πιστέψετε ότι όλα θα πάνε καλά. Ακόμη κι αν δεν πεισθήκατε τελικά, ήταν μια ανάσα από όλα. Μια διέξοδος. Και έτσι, αποφάσισες για λίγο έστω να σωπάσεις. Σάμπως και πριν που φώναζες σε άκουγε κανείς;
  Άλλα είχες πει, ξέχασες; Είχες μείνει είτε από απόφαση, είτε από δειλία, όμως κάτι ήθελες να φτιάξεις. Αυτό μονάχα το διαισθανόσουνα. Και τώρα που είσαι πια εδώ, δεν ξέρεις από που να αρχίσεις και πώς να πορευτείς. Για αυτό και μόνο, το αναβάλλεις. Δεν θέλεις ούτε να σκεφτείς, ούτε να σχεδιάσεις, ούτε να ψάξεις για ιδέες. Η απάθεια που τώρα πια παραδέχεσαι, έρχεται και σκεπάζει τα πάντα.
  Νομίζεις πως κάτι κάνεις. Αυταπατάσαι, στην πραγματικότητα, ότι κάτι κάνεις. Όλο έξυπνες αναρτήσεις στο διαδίκτυο και πικρόχολα σχόλια για τους άλλους. Ας τους τους άλλους. Εσύ, τι κατάφερες; Και τι προσπαθείς να καταφέρεις; Είδες τελικά που με την πρώτη ευκαιρία μαζεύτηκες και συνήθισες κι εσύ. Το έχεις πάρει απόφαση. Έμαθες ότι τα δακρυγόνα που πετάνε είναι ληγμένα και λες ότι έχεις άσθμα για να μην πας. Δεν διαμαρτυρήσαι ούτε για το ότι οι υπόλοιποι ψεκάζονται σαν κουνούπια με δηλητήρια. Τι θα καταφέρω, λες. Διαφωνείς με την έλλειψη οργάνωσης στους αγανακτισμένους και στους υπόλοιπους διαδηλωτές και απλώς κάθεσαι και πάλι στο σπίτι σου.
  Ακούς ιδέες που σε ξεσηκώνουν, φτιάχνεις συνθήματα και τα φωνάζεις μέσα απ' τα κλειστά πατζούρια του σπιτιού σου. Δεν πήγες ποτέ σου παρακάτω. Και δεν ξέρεις άμα μπορείς.
  Σε έχει κουράσει να σε βλέπουν για γραφική. Στην πραγματικότητα όμως, δεν είναι αυτό που σε καταβάλει. Δεν είναι τα συνθήματα που είναι βρώμικα. Είσαι εσύ που τα βρωμίζεις. Είναι αυτή η βαθιά σου συνείδηση, ότι όσες φορές κι αν τα επαναλαμβάνεις, δεν τα κυνηγάς. Το ξέρεις ότι δεν τους δίνεις ευκαιρία, όσα άλλοθι και να βρίσκεις. Εσύ, όπως και οι άλλοι, παίρνεις λέξεις σπουδαίες και τις χρησιμοποιείς χωρίς βάση. Χωρίς κάτι το ρεαλιστικό, να γευτούν πραγματικότητα. Τις κάνεις ανούσιες. Και είναι αυτές οι ανούσιες λέξεις σου, αυτά τα ψέματα,που στραγγαλίζουν τα συνθήματα, όπως τα ήθελες στην αρχή.
  Τη ζωή σου την προβλέπεις. Είτε θα κάτσεις και θα βρίσκεις παρηγοριά σε τραγούδια που μιλάν για ματαιώσεις, είτε θα φύγεις και θα ξεχάσεις. Τον λόγο που σε κράτησε εκεί, στην αρχή τουλάχιστον. Δεν θα βρεις τον δρόμο για να αφήσεις κάτι πίσω σου. Όμως, όπου και να πας, η σιωπή πίσω από τις φωνές θα σε πνίγει. Και θα σε καταστρέφει, μαζί με το τίποτα που προσπάθησες.Γιατί τα προσχήματα ποτέ δεν είναι αρκετά. Και το να αγναντεύεις τη λήξη, δεν σημαίνει ότι τερμάτισες. Ακόμη κι αν δεν έφταιγες που δεν έβρισκες τον δρόμο.
 Δεν είσαι η φωνή της ενοχής. Μια κουβέρτα είσαι που καλύπτει τις δικές σου τύψεις. Που συνήθισες, κι εσύ. Γιατί κατά βάθος, ποτέ σου δεν πίστεψες σε τίτλους αβεβήλωτους. Κατά βάθος το ξέρεις, ότι άνθρωπος αποδεικνύεσαι κάθε ώρα και λεπτό.


Canzone Arrabbiata
Τραγουδάω για όποιον δεν έχει τύχη
τραγουδάω για μένα
οργισμένο τραγούδι λέω για τούτο το φεγγάρι
ενάντια σε σένα
ενάντια σ όποιον είναι πλούσιος και δεν το ξέρει
σ όποιον λερώνει την αλήθεια
περπατώ και τραγουδάω για την οργή που μέσα μου φουντώνει
Σκέφτομαι τόσο κόσμο στο σκοτάδι στης πόλης μέσα τη μοναξιά
σκέφτομαι τις χίμαιρες του ανθρώπου
όλα τα λόγια που λέει και ξαναλέει
Τραγουδάω για όποιον δεν έχει τύχη
τραγουδάω για μένα
οργισμένο τραγούδι λέω για τούτο το φεγγάρι
ενάντια σε σένα


Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

4.12

Ασημιά κουδούνια αντηχούν στον δρόμο
πούθε πας μικρό μου ηλιοχιόνιστο
- Πάω στις μαργαρίτες πέρα στο λιβάδι
πράσινο λιβάδι - σα ζωγραφιστό

- Πούθε πας μικρό μου διόλου δεν φοβάσαι
πέρα είν' το λιβάδι - ώρες μακριά
- Η δικιά μου αγάπη διόλου δεν φοβάται
τ'ανοιχτό τ'αγέρι την δενδροσκιά

- Τότε να φοβάσαι γιόκα μου τον ήλιο
ακριβό μου αγόρι ηλιοχιόνιστο
- Τα μαλλιά μου ο ήλιος τάκαψε για πάντα
κι είμαι ασπρομάλλης δυο χρονώ μωρό

 

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Να περπατάς σε ψευδαισθήσεις

«Μεσάνυχτα στο Παρίσι». Πέραν από άλλους συμβολισμούς του έργου, ένα κομμάτι του με έβαλε σε σκέψεις. Το να βιώσεις για λίγο έστω τους εμπνευστές σου. Τους άτυπους μέντορές σου. Ανεξαρτήτως χωροχρονικού πλαισίου. Να μπορέσεις ένα βράδυ, να τους δεις ολοζώντανους μπροστά σου.
Αν μου δινόταν αυτή η ευκαιρία, δεν ξέρω ποιους θα ήθελα να πετύχω. Τον Νίκο Γκάτσο, τον Ξυλούρη, τον Μπέρτολ Μπρέχτ, τον Γιάννη Ρίτσο. Θα μου πεις, όλοι παρόμοιου βεληνεκούς και ύφους. Βαρετή και προβλέψιμη επιθυμία.
Από την άλλη, πόσο συναρπαστικό θα ήταν να μπορείς να βιώνεις καταστάσεις με ανώνυμους πρωταγωνιστές. Να ζεις πράγματα που θεωρείς απλά και αποδεκτά. Να τα βλέπεις μπροστά στα μάτια σου. Ακόμη κι αν εσύ δεν συμμετέχεις. Σκέψου να βρεθείς σε ένα σπίτι, τη στιγμή που φεύγουν τα αγόρια για τον πόλεμο. Ή τη στιγμή που επιστρέφουν. Σκέψου να βρεθείς στη Μακρόνησο, στα κελιά των εξορισμένων, και να μπορέσεις να ρήξεις μια κλεφτή ματιά στα σκονάκια με τους στίχους και τα συνθήματά τους. Σκέψου να μπορέσεις να γευτείς την αύρα όλων όσων θαυμάζεις μια ζωή.
Να βρεθείς στη πρώτη συναυλία της Μοσχολιού. Πριν γίνει θρύλος. Να είσαι εκεί όταν πέσει η χούντα και να νιώθεις πως «τώρα θα αλλάξει το σύμπαν ολόκληρο», όπως περιγράφουν οι μεγαλύτεροι. Έτσι, για την ψευδαίσθηση.
Σκέψου να μπορέσεις να περπατήσεις αθόρυβα μέσα στον χρόνο και να βρεθείς διάφανος όπου ονειρεύτηκες. Μπορεί και να ήταν καλύτερο να είσαι διακριτός, όπως συνέβη στην ταινία. Να συναναστραφείς αυτοπροσώπως με τα είδωλά σου. Όμως, η έλλειψη μιας κοινωνικής υπόστασης, σου επιτρέπει να είσαι όσο αδιάκριτος θέλεις και να παρατηρείς με προσοχή, ό,τι σου γεννά περιέργεια. Μπορείς ακόμη και να κρυφοκοιτάξεις στο ημερολόγιο των προγόνων σου. Δεν χρειάζεται να μετριάσεις τις παρορμήσεις σου, αλλά μπορείς να δεις και σαν σφουγγάρι τα μάτια σου να τραβήξουν εικόνες. Εικόνες και αισθήσεις που καμία βιογραφία δεν μπόρεσε ποτέ να περιγράψει. Για ό,τι, εσένα προσωπικά, σε γεμίζει.
Πόσο συναρπαστικό. Να περπατάς σε ψευδαισθήσεις.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

ιδιωτική λέσχη χριστουγέννων

  Την ήξερα καλά αυτή την κόκκινη στολή. Θυμάμαι να μαζευόμαστε με τους αδερφούς μου παραμονή Χριστουγέννων στην κουζίνα, κάνοντας ησυχία για να μην τρομάξουμε τον άγιο Βασίλη που θα ερχόταν να μας αφήσει τα δώρα. Όταν μας έδιναν το σήμα, βγαίναμε κλεφτά στο σαλόνι και κρυβόμασταν πίσω από τον μεγάλο καναπέ, παρακολουθώντας τον κύριο με τα άσπρα μαλλιά και τα εντυπωσιακά γένια να αφήνει προσεκτικά τα δώρα κάτω από το δέντρο και στη συνέχεια να πλησιάζει το τραπεζάκι με το γάλα και τα μελομακάρονα που τον περίμεναν σε περίοπτη θέση. Τον θυμάμαι πάντα να πίνει όλο το γάλα και να μην αφήνει ούτε ψίχουλο από τα γλυκά. Άκουγα τους συμμαθητές μου να μιλάνε για μισοφαγομένους κουραμπιέδες ως απόδειξη ότι υπάρχει τελικά. Εμείς, όμως, δεν χρειαζόμασταν τέτοιου είδους αποδείξεις αφού τον βλέπαμε μπροστά μας ζωντανό και στρουμπουλό με την κόκκινη στολή του. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβουμε ότι απλώς ο μπαμπάς μας πάντα τελείωνε το φαγητό του. 

   Σήμερα το μεσημέρι, μετά από καιρό, ξαναείδα την αγαπημένη κόκκινη στολή. Δεν ήταν η ίδια με εκείνη την μπορντό μεταξωτή που είχε ράψει η μαμά για τον μπαμπά, όμως συνειρμικά, εκεί σε οδηγούσε. Μάλλον πλαστική θα την έλεγες και κακοφτιαγμένη. Την διέκρινα καθώς έβγαινα από τον προαστιακό.

  Την φορούσε ένας μελαμψός μετανάστης, που ζητούσε με σπαστά ελληνικά "ό,τι έχουμε ευχαρίστηση". Κοίτα ειρωνεία, σκέφτηκα. Ένας άνθρωπος τόσο "έξω" από τα πρότυπα της σύγχρονης υπερκαταναλωτικής νοοτροπίας, που σιγά σιγά κλονίζεται, μεταμφιεσμένος για λίγο, στο ορόσημό της. Για όσο λίγο αυτή η αφορμή θα ήταν αρκετή για να μαζέψει το μεροκάματο.

  Μια ηλικιωμένη κυρία τον κοίταγε με αηδία, ψιθυρίζοντας "αυτός είναι σίγουρα μουσουλμάνος, τι δουλειά έχει με τα Χριστούγεννα". Αν το καλοσκεφτείς, θέλησα να της πω, ο κατακόκκινος άγιος Βασίλης, τι δουλειά έχει με τα Χριστούγεννα; Διάβαζα την σκέψη της. "Δεν θα έπρεπε να γιορτάζουν μαζί με εμάς, όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό (τον δικό μας, βέβαια, Θεό)". Το βλέμμα της προς το μέρος μου, αυτό υπονοούσε. Το ένστικτό της, της έλεγε πως συμφωνούσα κι εγώ, σαν καλή Χριστιανή. Γιατί ήταν σίγουρη ότι όποιος μοιάζει Έλληνας είναι και Χριστιανός.

  Και έρχονται πάλι τα Χριστούγεννα. Χωρίς κόκκινες μεταξωτές στολές και εξαφανισμένα μελομακάρονα. Ο Δεληβοριάς μιλάει για έναν άγιο Βασίλη που "τον λέγαν μπαμπά... έναν πρώην αριστερό, έναν θνητό". Το κόκκινο, πάντως, το διατήρησε...

  Και τα Χριστούγεννα θα συνεχίσουν να έρχονται. Και ο άγνωστης ταυτότητας μαυριδερός κύριος θα συνεχίσει να ντύνεται την λερωμένη κόκκινη στολή που θα του δώσει τα κέρματα για να βγάλει τη μέρα. Και ποτέ δεν θα μάθουμε αν όντως απαρνήθηκε τη θρησκεία του, αν δεν έχει δικό του Θεό, ή αν είναι Χριστιανός. Και καμία διαφορά δεν θα κάνει, γιατί η ηλικιωμένη κυρία δεν θέλει να μάθει. Και θα συνεχίσει να τον κοιτάει με αυτό το αηδιασμένο ύφος. Γιατί απλώς, δεν μοιάζει με Έλληνα. Και απλώς, δεν μοιάζει με Χριστιανό. Και γιατί για την ηλικιωμένη κυρία, το θέμα λήγει εκεί. Απλώς.



 
 

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Ημερολόγιο

  Όταν πήγαινα δημοτικό, αγόραζα πολλά τετράδια με σχέδια και κουνελάκια και ό,τι άλλο κοριτσίστικο μπορεί να βάλει το μυαλό σου που έγραφαν απ' έξω "Ημερολόγιο". Την πρώτη φορά που ρώτησα τον μεγάλο μου αδερφό, τι εννοούσε ο τίτλος, μου είπε πως έπρεπε να γράφω μέσα τι έκανα κάθε μέρα, για να θυμάμαι.
  Κάτι όμως είχε αυτή η ψέυτικη προσφώνηση, το "αγαπημένο μου ημερολόγιο", που το υποτιμούσε στο υποσυνείδητό μου. Που το καθιστούσε απωθητικό. Μου φαινόταν παιδικό και καθόλου σοβαρό. Μου θύμιζε εκείνη την πρώτη μέρα στο μπαλέτο, όταν η δασκάλα μας είπε σε κάποιο σημείο να πάρουμε τα μαντήλια και να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Θυμάμαι όλα τα κοριτσάκια να προσποιούνται ότι χορεύουν με φανταστικές νεράιδες και εγώ να μένω αμήχανα ακίνητη, απλούστατα επειδή με θεωρούσα πιο σοβαρή από αυτό.
  Σπάνια έγραφα πάνω από 5 σελίδες σε κάθε καινούριο τετράδιο. Κατά βάθος, δεν μου άρεσε αυτή η "υποχρέωση". Το έβλεπα σαν ένα ακόμη μάθημα για το σχολείο. Δεν έβρισκα τίποτε το διασκεδαστικό σε αυτό. Τώρα σκέφτομαι ότι μπορεί και να μην είχα λόγους να μου γεννούν την ανάγκη να γράψω, εξ'ου και η απουσία κορεσμού, μετά την προσφυγή στις εντυπωσιακές σελίδες.
  Μια φορά, είχα αποφασίσει να αφοσιωθώ σε ένα συστηματοποιημένο πρόγραμμα και να γράφω κάθε μέρα από λίγο. Την πρώτη μέρα, λοιπόν, οι ενδοιασμοί μου συμβιβάστηκαν με την απόφασή μου για δέσμευση, και ξεκίνησα. "Αγαπημένο μου ημερολόγιο... αγαπάω τον ... αλλά νομίζω πως αυτός αγαπάει την ... και ο ... που αγαπάει εμένα, δεν είναι τόσο όμορφος". Σαφώς σαχλό το περιεχόμενο, όμως για μένα ήταν το απόλυτο μυστικό, μια κατάθεση ψυχής (γιατί ποτέ δεν έλεγα σε κανέναν ποιος μου άρεσε). Μέσα σε μια ώρα, το ημερολόγιο έπεσε στα χέρια της θείας μου και από την ντροπή μου, έσκισα αυτή τη σελίδα και δεν το ξανάνοιξα ποτέ.
  Μετά από χρόνια, ξέθαψα σε ένα σκονισμένο βιβλιοπωλείο στη Φλωρεντία, ένα όμορφο, στις αποχρώσεις του μωβ, τετράδιο, ντυμένο με το κλασικό σχέδιο που θα έβρισκες εκεί. Αυτό με τις χρωματιστές καμπύλες. Δεν έμαθα ποτέ πώς το λένε αυτό το σχέδιο.
  Δεν είχα αποφασίσει τι θα το έκανα. Όμως, προκειμένου να το σεβαστώ, σκόπευα να γράφω μέσα με ωραία γράμματα και να το προσέχω. Το τετράδιο έμεινε στη βιβλιοθήκη μου για μισό χρόνο. 
  Μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2009. Είχα μόλις μάθει ότι ένας συμμαθητής μας είχε χτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο και ότι η κατάστασή του ήταν κρίσιμη. Ενστικτωδώς, έβγαλα το τετράδιο από το ράφι και σημείωσα την ημερομηνία. Μόνο αυτό μπόρεσα να γράψω. Δεν ήξερα ούτε το όνομα του παιδιού, ούτε τις προβλέψεις. Μέσα στη βδομάδα έμαθα και το όνομά του. Τον ήξερα. Χαιρετιόμασταν στη γυμναστική και μιλούσαμε περιμένοντας να μας πάρουν οι γονείς μας όταν τελείωνε το μάθημα. Στις 9 Δεκεμβρίου, μας είπαν στο σχολείο ότι τελικά αποσυνέδεσαν τον υποστηρικτικό μηχανισμό. Δεν μας είπαν "πέθανε". Μας είπαν "δυστυχώς τον αποσυνδέσανε".
  Το απόγευμα που γύρισα στο σπίτι, άνοιξα το τετράδιο. Και άρχισα να γράφω ατσούμπαλα, με απρόσεχτα γράμματα και χωρίς να θυμάμαι ότι έπρεπε να το σεβαστώ. Μουτζούρωνα, έβριζα με κεφαλαία και ανορθόγραφα γράμματα. Μέσα σε μια βδομάδα, είχα γεμίσει, σχεδόν, το τετράδιο.
  Και μόλις γέμισε, πήρα κι άλλο και μετά κι άλλο. Είχα πλέον μάθει να γράφω για ό,τι με απασχολούσε. Είχα πλέον λόγους που να μου γεννούν αυτή την ανάγκη. Δεν ήταν πλέον παιδικό και ασήμαντο.

Μακάρι να μην μάθαινα ποτέ.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

όπως θα ήθελα να είναι

Θα ήθελα, στους πίνακες μπροστά να έχουνε καρέκλες. Να γίνεται «ιδιωτική προβολή». Να μπορείς να κοιτάς και να υποθέτεις με τις ώρες. Να είσαι μόνος σου στην αίθουσα. Χωρίς ενοχλητικούς τουρίστες και χωρίς αδιάκριτους φύλακες. Εσύ και το γέννημα κάποιου ξένου. Κάποιου, που δεν σου φτάνει να διαβάσεις τι έκανε. Θέλεις να αδράξεις κάτι από την αύρα του, που ακόμη κυλάει στον χώρο. Που ακόμη, ζει.
Θα ήθελα, αφού γυρίσεις σπίτι σου, να μην το ξεχάσεις. Να φυλάξεις αυτό το κομμάτι ενός άγνωστου εαυτού, μιας αλχημείας πίσω από το όνομα, και να το κρύψεις πίσω στην ντουλάπα σου. Εκεί, με ό,τι πιο πολύτιμο έχεις. Και να μην το αφήσεις να σου φύγει.
Ωραία ερμηνεία αυτή για τον θάνατο, ε; Αισιόδοξη. Ή μάλλον, καθησυχαστική. Εάν ήξερες ότι κάτι από το δημιούργημά σου, ίσως να σε κρατήσει ζωντανό για αιώνες, δεν θα πάσχιζες κάθε μέρα να δημιουργήσεις; Ίσως όμως, και να μην τα κατάφερνες. Ίσως, με έναν ατσούμπαλο τρόπο, να αγωνιούσες να δημιουργήσεις ψήγματα ζωής, που θα σε κρατήσουν ανεξίτηλο. Και να μην έλεγες τελικά, όσα ήθελες να πεις.
Θα ήθελα, οι εφημερίδες να πάψουν να συμπεριλαμβάνουν σιντί. Και εσύ να πάψεις να τα εκτιμάς αβίαστα. Θα ήθελα αυτούς τους ήχους, να τους εκθέτουν σε ένα δωμάτιο ξεκλείδωτο. Εκεί όπου όλοι δικαιούνται πρόσβαση. Και εσύ να πας για το σιντί, μόνο όταν είσαι έτοιμος για αυτό. Όταν θα έχεις αυθυποβάλει τον εαυτό σου. Και το έχεις πιστέψει.
Μπορεί και να χάσεις τη μαγεία του αυθόρμητου έτσι. Για αυθόρμητο, θα ήθελα να ακούσεις ένα καινούριο ή και παλιό, πάντως για σένα άγνωστο τραγούδι, να μην φας για μια μέρα για οικονομία και να μπεις σε ένα λεωφορείο για να πας εκεί που θα το παίξουν. Αν το παίζουν, βέβαια. Κι αν ακόμη δεν έχεις λεφτά, να σε αφήσουν να μπεις έτσι. Και αν έχει λεωφορείο. Διαφορετικά, να κάνεις ωτοστόπ. 
Θα ήθελα, να μπορείς να κάνεις ωτοστόπ. Να μην υποψιάζεσαι κανέναν πλέον. Να σκαρφαλώσεις σε ένα φορτηγό στην εθνική και να πας μαζί με τον οδηγό να ακούσετε το τραγούδι. Θα ήθελα να μην σε νοιάζει που δεν θα σε καταλάβει. Να πας εσύ για εσένα και να τον καθοδηγήσεις να βρει κάτι κι αυτός για εκείνον.
Ο Χ. πήγε και είδε το «Μεγάλο μας Τσίρκο». Η Καρέζη μπήκε φυλακή για αυτό. Όταν τον ρώτησα, παραξενεύτηκε. «Φυσικά και πλήρωνες εισιτήριο, ήταν κανονικό θέατρο». Θα ήθελα να μην έπρεπε να πληρώσεις. Και εσύ να ήθελες να δώσεις τα πάντα επειδή πήγες.
Παράλογο.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

(1)*

Τώρα σημαίνει το παρόν. Είναι αυτό που περίμενες πιο πριν. Είναι τα λάθη και τα σωστά σου. Είναι το τέλος του δρόμου μέχρι τώρα και η αρχή του πιθανού, μετά. Τώρα σημαίνει απουσία. Σημαίνει εγώ. Και εσύ. Σημαίνει εκρεμότητα και απολογία. Τώρα σημαίνει απουσία. Είναι τα άδεια τετράδια, τα ξέχειλα με στίχους. Και λόγους και αιτίες που σε έφεραν εδώ. Όπου κι αν είναι το εδώ. Είναι όλα εκείνα που δεν άκουγε. Που ούτε εσύ τα είπες. Τώρα είναι μόνο μια λέξη. Μια αρχή και μια λήξη. Τώρα που γίνεται η ζωή μας. Και με έφτιαξες εσύ. Για να γίνεις.
Τώρα.
 Κάτι άλλο.