Θα ήθελα, στους πίνακες μπροστά να έχουνε καρέκλες. Να γίνεται «ιδιωτική προβολή». Να μπορείς να κοιτάς και να υποθέτεις με τις ώρες. Να είσαι μόνος σου στην αίθουσα. Χωρίς ενοχλητικούς τουρίστες και χωρίς αδιάκριτους φύλακες. Εσύ και το γέννημα κάποιου ξένου. Κάποιου, που δεν σου φτάνει να διαβάσεις τι έκανε. Θέλεις να αδράξεις κάτι από την αύρα του, που ακόμη κυλάει στον χώρο. Που ακόμη, ζει.
Θα ήθελα, αφού γυρίσεις σπίτι σου, να μην το ξεχάσεις. Να φυλάξεις αυτό το κομμάτι ενός άγνωστου εαυτού, μιας αλχημείας πίσω από το όνομα, και να το κρύψεις πίσω στην ντουλάπα σου. Εκεί, με ό,τι πιο πολύτιμο έχεις. Και να μην το αφήσεις να σου φύγει.
Ωραία ερμηνεία αυτή για τον θάνατο, ε; Αισιόδοξη. Ή μάλλον, καθησυχαστική. Εάν ήξερες ότι κάτι από το δημιούργημά σου, ίσως να σε κρατήσει ζωντανό για αιώνες, δεν θα πάσχιζες κάθε μέρα να δημιουργήσεις; Ίσως όμως, και να μην τα κατάφερνες. Ίσως, με έναν ατσούμπαλο τρόπο, να αγωνιούσες να δημιουργήσεις ψήγματα ζωής, που θα σε κρατήσουν ανεξίτηλο. Και να μην έλεγες τελικά, όσα ήθελες να πεις.
Θα ήθελα, οι εφημερίδες να πάψουν να συμπεριλαμβάνουν σιντί. Και εσύ να πάψεις να τα εκτιμάς αβίαστα. Θα ήθελα αυτούς τους ήχους, να τους εκθέτουν σε ένα δωμάτιο ξεκλείδωτο. Εκεί όπου όλοι δικαιούνται πρόσβαση. Και εσύ να πας για το σιντί, μόνο όταν είσαι έτοιμος για αυτό. Όταν θα έχεις αυθυποβάλει τον εαυτό σου. Και το έχεις πιστέψει.
Μπορεί και να χάσεις τη μαγεία του αυθόρμητου έτσι. Για αυθόρμητο, θα ήθελα να ακούσεις ένα καινούριο ή και παλιό, πάντως για σένα άγνωστο τραγούδι, να μην φας για μια μέρα για οικονομία και να μπεις σε ένα λεωφορείο για να πας εκεί που θα το παίξουν. Αν το παίζουν, βέβαια. Κι αν ακόμη δεν έχεις λεφτά, να σε αφήσουν να μπεις έτσι. Και αν έχει λεωφορείο. Διαφορετικά, να κάνεις ωτοστόπ.
Θα ήθελα, να μπορείς να κάνεις ωτοστόπ. Να μην υποψιάζεσαι κανέναν πλέον. Να σκαρφαλώσεις σε ένα φορτηγό στην εθνική και να πας μαζί με τον οδηγό να ακούσετε το τραγούδι. Θα ήθελα να μην σε νοιάζει που δεν θα σε καταλάβει. Να πας εσύ για εσένα και να τον καθοδηγήσεις να βρει κάτι κι αυτός για εκείνον.
Ο Χ. πήγε και είδε το «Μεγάλο μας Τσίρκο». Η Καρέζη μπήκε φυλακή για αυτό. Όταν τον ρώτησα, παραξενεύτηκε. «Φυσικά και πλήρωνες εισιτήριο, ήταν κανονικό θέατρο». Θα ήθελα να μην έπρεπε να πληρώσεις. Και εσύ να ήθελες να δώσεις τα πάντα επειδή πήγες.
Παράλογο.
Θα ήθελα, αφού γυρίσεις σπίτι σου, να μην το ξεχάσεις. Να φυλάξεις αυτό το κομμάτι ενός άγνωστου εαυτού, μιας αλχημείας πίσω από το όνομα, και να το κρύψεις πίσω στην ντουλάπα σου. Εκεί, με ό,τι πιο πολύτιμο έχεις. Και να μην το αφήσεις να σου φύγει.
Ωραία ερμηνεία αυτή για τον θάνατο, ε; Αισιόδοξη. Ή μάλλον, καθησυχαστική. Εάν ήξερες ότι κάτι από το δημιούργημά σου, ίσως να σε κρατήσει ζωντανό για αιώνες, δεν θα πάσχιζες κάθε μέρα να δημιουργήσεις; Ίσως όμως, και να μην τα κατάφερνες. Ίσως, με έναν ατσούμπαλο τρόπο, να αγωνιούσες να δημιουργήσεις ψήγματα ζωής, που θα σε κρατήσουν ανεξίτηλο. Και να μην έλεγες τελικά, όσα ήθελες να πεις.
Θα ήθελα, οι εφημερίδες να πάψουν να συμπεριλαμβάνουν σιντί. Και εσύ να πάψεις να τα εκτιμάς αβίαστα. Θα ήθελα αυτούς τους ήχους, να τους εκθέτουν σε ένα δωμάτιο ξεκλείδωτο. Εκεί όπου όλοι δικαιούνται πρόσβαση. Και εσύ να πας για το σιντί, μόνο όταν είσαι έτοιμος για αυτό. Όταν θα έχεις αυθυποβάλει τον εαυτό σου. Και το έχεις πιστέψει.
Μπορεί και να χάσεις τη μαγεία του αυθόρμητου έτσι. Για αυθόρμητο, θα ήθελα να ακούσεις ένα καινούριο ή και παλιό, πάντως για σένα άγνωστο τραγούδι, να μην φας για μια μέρα για οικονομία και να μπεις σε ένα λεωφορείο για να πας εκεί που θα το παίξουν. Αν το παίζουν, βέβαια. Κι αν ακόμη δεν έχεις λεφτά, να σε αφήσουν να μπεις έτσι. Και αν έχει λεωφορείο. Διαφορετικά, να κάνεις ωτοστόπ.
Θα ήθελα, να μπορείς να κάνεις ωτοστόπ. Να μην υποψιάζεσαι κανέναν πλέον. Να σκαρφαλώσεις σε ένα φορτηγό στην εθνική και να πας μαζί με τον οδηγό να ακούσετε το τραγούδι. Θα ήθελα να μην σε νοιάζει που δεν θα σε καταλάβει. Να πας εσύ για εσένα και να τον καθοδηγήσεις να βρει κάτι κι αυτός για εκείνον.
Ο Χ. πήγε και είδε το «Μεγάλο μας Τσίρκο». Η Καρέζη μπήκε φυλακή για αυτό. Όταν τον ρώτησα, παραξενεύτηκε. «Φυσικά και πλήρωνες εισιτήριο, ήταν κανονικό θέατρο». Θα ήθελα να μην έπρεπε να πληρώσεις. Και εσύ να ήθελες να δώσεις τα πάντα επειδή πήγες.
Παράλογο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου