Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

άνθρωποι με αύρες και υποθέσεις

    Μπορεί και να βρέθηκες κατά λάθος εκεί, να μην έπρεπε να δεις όσα είδες και να υποψιαστείς όσα υποψιάστηκες. Έχεις σκεφτεί, όμως, καθημερινά, πόσες διαφορετικές πραγματικότητες συναντάς, χωρίς να τους δίνεις τόση προσοχή; Ο κάθε άνθρωπος που διασταυρώνεσαι, κουβαλάει κάτι το εντελώς δικό του, που το ξέρει, πως κανένας άλλος δεν θα το αντιληφθεί όπως ο ίδιος. Μαζί με τη δική σου προσωπική εμπειρία, τα δικά σου προβλήματα και τις σκέψεις, γίνεσαι μάρτυρας τόσων άλλων, και βυθισμένος στα δικά σου, μπορεί και να σου ξεφεύγουν. Δεν σε κατηγορώ. Αν το σκεφτείς, όλοι το ίδιο κάνουν. Και έτσι κυλούσε η ζωή των προηγούμενων, έτσι η δική μας και έτσι των επόμενων. Και η ζωή θα συνεχίζει να αποτελεί μια διασταύρωση. Όχι απλώς ατόμων. Ας το πούμε αύρα. Μια τέτοια διασταύρωση.
  Βρίσκεσαι μπροστά σε δύο ανθρώπους. Δεν τους ξέρεις, δεν σε ξέρουν. Δεν κατάλαβες τι είναι αυτό που στην περίπτωσή τους σου τράβηξε την προσοχή και άρχισες τις σεναριολογίες. Πάντως, σου δίνεται η ευκαιρία να παρατηρήσεις για λίγο απ' έξω, διακριτικά, μα συνάμα τόσο αδιάκριτα, τις κινήσεις τους. Πρέπει να πάνε σε διαφορετικά μέρη. Και, παρότι αισθάνονται πως δεν έχουν κάτι να τους κρατάει πια μαζί, εκείνος, αμήχανα, της ζητάει να την διευκολύνει. Εκείνη, ακόμη πιο αμήχανη μα πιο γρήγορη στις απαντήσεις της, προσπαθεί να παραστήσει ότι δεν αντιλήφθηκε την προσφορά. Εκείνος ντρέπεται πλέον κανονικά, όμως επιμένει. Με τυπική ευγένεια, που είσαι σίγουρη ότι από μέσα φωνάζει άλλα πράγματα, εκείνη δέχεται. Μετά τους χάνεις από τα μάτια σου. Στρίβουν στον δρόμο, με μια μικρή απόσταση ο ένας από τον άλλο, χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Δεν ξέρεις τι έγινε μετά, που δεν τους έβλεπες. Δεν ξέρεις καν την ιστορία τους. Δεν έχεις ξαναπετύχει την αύρα τους. Και όλες οι υποθέσεις σου, έγιναν βασισμένες στο κενό, έτσι, για μια αρχή.
  Βρίσκεσαι σε ένα μπάρ. Βλέπεις μια ξένη παρέα σε εσένα, και ένα άτομο που η χαρά του μοιάζει, λίγο πιο προσποιητή και το χαμόγελό του, λίγο πιο ψεύτικο. Πάλι αδιάκριτα, χωρίς να γίνεσαι αντιληπτή, παρατηρείς. Η συζήτηση κυμαίνεται στον ίδιο ρυθμό, όμως, όταν τα μάτια του σηκώνονται γιατί βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης, βιάζεται να απαντήσει κάτι το δυνατά αντιφατικό των συναισθημάτων του, όλοι γελάνε και τον παραδέχονται. Και εκείνος γελάει. Μέσα όμως, σε λίγες στιγμές, το βλέμμα του ξανα γίνεται υποτονικό, μέχρι η προηγούμενη διαδικασία να επαναληφθεί. Ποιος ξέρει τι του έλεγαν, και πώς πιεζόταν να απαντήσει. Πάλι υποθέτωντας, τον βρίσκεις προσποιητό, μα που η πραγματική του αλήθεια, η αύρα του, βγαίνει πιο πολύ στην επιφάνεια σήμερα, παρά τις άλλες μέρες. Για σήμερα μόνο, πρέπει να κρατηθεί και να μην κλάψει με τα αστεία που επαναλαμβάνονται και επαναλαμβάνονται εις βάρος του. Θα δυσκολευτεί, μα θα βάλει την κασέτα να παίζει. Εκείνη του πάντα χαρούμενου ανθρώπου που δεν τον ενοχλεί τίποτε από τα αστεία και που, ίσα ίσα το διασκεδάζει. Κι ας το σιχαίνεται. Για σήμερα μόνο. Πρέπει να φύγεις απ' το μπαρ. Δεν ξέρεις πώς θα ακολουθήσει η βραδιά για τον άγνωστο θλιμμένο. Δεν ξέρεις αν θα συνεχίσει την κασέτα, βασανιστικά και εξευτελιστικά μέχρι το ξημέρωμα, ή αν θα ξεσπάσει ξαφνικά, θα τους βρίσει όλους και θα φύγει να κρυφτεί κάπου πιο αληθινά. Δεν ξέρεις τίποτα, ούτε για τους φίλους του. Και μάλλον, δεν θα ξαναπετύχεις ποτέ έξω αυτή την παρέα. Ούτε θα μάθεις τι έγινε, τελικά, εκείνο το βράδυ.
  Βρίσκεσαι σε μια στάση λεωφορείου. Βλέπεις έναν κύριο που περπατά τρεκλίζοντας. Κάθεται δίπλα σου, όση ώρα περιμένετε. Βαριανασαίνει, όπως κάνουν οι κουρασμένοι άνθρωποι. Βγάζει το πορτοφόλι του και επειδή τα χέρια του τρέμουν, του πέφτει κάτω. Σκύβεις να το σηκώσεις και βλέπεις μια φωτογραφία, ασπρόμαυρη μιας ξανθιάς κοπέλας με ρούχα άλλης εποχής και ένα χαμόγελο που φαντάζεσαι ότι είναι πολύ πιο αυθόρμητο, από όσο το επέτρεπαν οι φωτογράφοι τότε. Που ξέρεις, μπορεί και να ήταν ο ηλικιωμένος κύριος πίσω από την κάμερα και να της έκανε ένα αστείο που κανένας άλλος δεν έμαθε, για να χαμογελάσει. Μπορεί αυτή η φωτογραφία να ήταν η αγαπημένη στιμγή αλληλεπίδρασης ενός ζευγαριού, που μπορεί και να μην έγινε ποτέ ζευγάρι κανονικό, ή μπορεί να ήταν για πάντα, μέχρι που εκείνη έφυγε με τον χρόνο και εκείνου δεν του έφταναν ούτε τα παιδιά, ούτε τα εγγόνια του για να καλύψει την απουσία του μεγαλύτερου έρωτα της ζωής του. Ούτε καν αυτή η τελευταία φωτογραφία από τα νιάτα τους. Κάτω από αυτή τη φωτογραφία, είναι μια άλλη, έγχρωμη και μάλλον σύγχρονη, δύο μικρών κοριτσιών, πρέπει να είναι 13 ή 14 χρονών, όμορφες και βαμμένες αφύσικα για την ηλικία τους, που δεν χαμογελάνε, αλλά φαίνονται να ψάχνουν την σωστή γωνία για να βγουν. Φαντάστηκα πως είναι τα εγγόνια του. Μπορεί και τα ανήψια του. Μπορεί να μην έκανε ποτέ οικογένεια με την πανέμορφη χαμογελαστή κυρία από πάνω. Μπορεί επίσης, τα παιδιά του να μένουν κάπου μακριά, πόσο συχνό φαινόμενο; και να τον βλέπουν μόνο κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και Καλοκαίρι. Εκείνη όμως η αγαπημένη του, θα καθόταν κάθε μέρα δίπλα του, δεν θα τον έβλεπε σαν εκκρεμότητα αλλά σαν τον άνθρωπο που λάτρευε σαν Θεό. Θα τον έβλεπε σαν κάποιον που κάτι μπορεί να της προσφέρει. Όχι σαν ένα τμήμα της λίστας των υποχρεώσεων. Του έχεις δώσει προ πολλού το πεσμένο πορτοφόλι όταν έρχεται το λεωφορείο. Δεν σου έχει πει τίποτε παρά ένα νεύμα ευγνωμοσύνης και ταπείνωσης που σου χάρισε. Έφτασε το πρώτο λεωφορείο. Εκείνος σηκώνεται, μα εσύ παραμένεις στη θέση σου γιατί περιμένεις το άλλο. Περπατάει αργά μέχρι την πόρτα και ο οδηγός δεν τον βλέπει, πάει να την κλείσει και να προχωρήσει. Σηκώνεσαι ενστικτωδώς και κυνηγάς για ένα μέτρο το λεωφορείο. Λες "περιμένετε ένα λεπτό". Ο ηλικιωμένος κύριος δεν έχει κουνηθεί ούτε μέτρο από την αρχική του θέση της εγκατάλειψης και κοιτάζει το πάτωμα. Τρέχεις, τον πιάνεις αποφασιστηκά από το μπράτσο και εκείνος σε κοιτάζει απορρημένος. Μπορεί και τρομαγμένος. Ο οδηγός που τον είχες κοιτάξει με ένα δολοφονικό βλέμμα και ύστερα τον λυπήθηκες για αυτό, έχει ανοίξει την πίσω πόρτα. Βοηθάς τον κύριο να ανέβει, και μόλις είσαι σίγουρη ότι έχει ανακτήσει τη σταθερότητά του, βγαίνεις. Δεν θέλεις να τον κάνεις να φανεί ανίκανος να κρατήσει την ισοροπία του. Δεν θα του άρεσε. Το λεωφορείο φεύγει και παίρνει μαζί του την αύρα του κυρίου με τον μεγάλο έρωτα. Δεν ξέρεις αν επιστρέφει στο σπίτι του, μόνος του. Αν τον περιμένει εκεί η ξανθιά και πλέον, ασπρομάλλα κυρία με την απόλυτη αφοσίωση που προσήμαινε η φωτογραφία των περασμένων χρόνων. Αν θα έρθουν τα παραβαμμένα εγγονάκια του για λίγο κι ύστερα θα φύγουν πάλι. Το μόνο που αντιλήφθηκες με σιγουριά, ήταν εκείνος ο μεγάλος έρωτας. Και δεν σε πειράζει που απλώς υποθέτεις. Κάτι σου λέει ότι αυτός ο έρωτας ήταν αληθινός.
  Είναι τόσες οι αύρες που συναντάς κάθε μέρα οπουδήποτε. Είναι ιστορίες που μπορεί να έχουν πιο πολύ πόνο και ενδιαφέρον από τα δικά σου θέματα. Από τη δική σου αύρα. Όμως ήταν, είναι και θα είναι, αύρες φευγαλέες των περαστικών. Λυπάσαι. Που δεν θα δεις ξανά το ζευγάρι, το παιδί του μπάρ και τον ερωτευμένο κύριο. Έτσι είναι όμως οι ζωές όλων. Περαστικές και φευγαλέες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου