Σουρούπωνε στην μικρή κουζίνα και την έβλεπες σκυμμένη, πάνω από το μικρό μάτι και το μικροκαμωμένο μπρίκι με τη μαύρη πλαστική λαβή. Το μόνο που ακουγότανε ήταν το κουτάλι, που έτριβε τον εμαγιέ πάτο, για να επιτρέψει στην αδιάκριτη μυρουδιά του ελληνικού να φτάσει μέχρι τη μύτη μας. Στην ανακαινισμένη κουζίνα, μόνο το πιάτο στο τραπέζι με τα πέντε καλοστημένα πορτοκάλια, θύμιζαν κάτι απ' το παλιό της σπίτι. Έχουν περάσει χρόνια από τότε που μετακόμισε. Και αυτός ο νιπτήρας. Πάντα σου φωνάζει να αφήσεις τα πιάτα για να "μην χαλάσεις τα χεράκια σου". Εάν κάνεις να τα πλύνεις, διαμαρτύρεται ανά εφτά περίπου δευτερόλεπτα και στο τέλος σου λέει "γιατί μωρέ παιδάκι μου;". Ο νιπτήρας. Που τον κοίταζες πριν την πλησιάσεις, όταν είχες μάθει ότι η αδερφή της πήρε τον μεγάλο δρόμο. Δεν άκουγε ποτέ καλά, και δεν σε καταλάβαινε αμέσως. Γιαυτό και όποτε έμπαινες με κλειδιά στο σπίτι φώναζες για να μην την τρομάξεις. Τότε, καθόταν και έπλενε τα πιάτα, χωρίς να αλλάζει θέση.
Ο γιος της, με κάποια πίκρα, λέει πού και πού, ότι μοιάζει με περισπωμένη έτσι με την οστεοπόρωση. Μέχρι να τελειώσει τον καφέ, δεν σε κοιτάει και εσύ το ερμηνεύεις ότι κουράζεται να γυρνάει προς τα πίσω, οπότε αντιμετωπίζει υποχρεωτικά το ψήσιμο του καφέ σαν τελετουργικό. Όταν είναι έτοιμος, απλώνει το χέρι της στο ντουλάπι και βγάζει ένα άσπρο μικρό φλιτζανάκι με το πιάτο από κάτω. Γιατί το πιάτο, ποτέ δεν το κατάλαβες, αφού είναι τόσο προσεκτική που σπάνια λερώνει. Όταν όμως είναι πολύ κουρασμένη, μπορεί να της ξεφύγει κάποια άγαρμπη κίνηση. Εσύ αμέσως θα της πεις, γούρι, και εκείνη που μάλλον δεν θα το ακούσει λόγω ακουστικού, όλο και κάποιο αστείο θα κάνει για να ξεγελάσει την νοικοκυροσύνη της.
Σε καλεί στο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού, αφήνει για λίγο τον ελληνικό και στρώνει το τιναγμένο τραπεζομάντιλο. Όλα έχουν μια τελετουργία και μια σειρά στο σπίτι της. Ο καφές πάντα συνοδεύεται με δύο και τρία BF silver, των οποίων η μυρωδιά ταυτίζεται απόλυτα με την εικόνα της για εσένα. Πρώτα θα σε κοιτάξει, περιμένοντας να της πεις τα νέα σου. Το λεπτό της πρόσωπο είναι γεμάτο με ρυτίδες, χωρίς όμως ποτέ να χάνει τον αέρα της κομψότητας που όλοι λένε ότι την διέκρινε στα νιάτα της. Δύο όμορφα ζυγωματικά και ένα ζευγάρι λεπτά, μπορντό πολυεστιακά γυαλιά. Τα μάτια της με τις κοντές βλεφαρίδες, λάμπουν όλο και περισσότερο, μόλις της πεις κάτι ενδιαφέρον. Αναρωτιέσαι πώς σε αντέχει, αφού της λες κάθε φορά τόσα πράγματα, λες και καταφέρνεις να γεμίσεις τις ώρες που δεν της κρατάς συντροφιά. Για τον άντρα της μιλάει ελάχιστες φορές, όμως με δέος ευλαβικό.
Όταν της μιλάς για στίχους και μελωδίες, σου λέει πως άκουγε παλιά, πριν πεθάνει η κόρη της σε αυτοκινητιστικό, μα ύστερα τα διέκοψε όλα. Έκανε και βιολί "ένα φεγγάρι" μέχρι που πέθανε ο πατέρας της. Το πένθος ήταν αυτό που διέκοπτε τις σχέσεις της με το αλάτι της ζωής.
Εσύ τόλμησες να της χαρίσεις ένα ραδιόφωνο, μήπως και το ξανανοίξει. Ό,τι κι αν σου λέει, δεν νομίζεις πως τα κατάφερες. Ένα απόγευμα, σου μίλαγε για ώρες για τον Σεφέρη, και το τι άνθρωπος πρέπει να ήταν. Πλησίαζαν Χριστούγεννα, και πήγες και της πήρες ένα σωρό βιβλία και ποιητικές συλλογές. Πρώτα της έδωσες την Αμοργό του Γκάτσου, τότε μετά την απώλεια της αδερφής της για να μην φοβάται όταν μένει μόνη. Μετά πήγες και της πήρες όλα τα τραγούδια του Γκάτσου, γιατί όσο διάβαζες το δικό σου αντίτυπο, τόσο σίγουρη ήσουν ότι θα της άρεσε. Μετά την απολογία ενός αριστερού, του Αναγνωστάκη, μια συλλογή με ποιήματα του Σεφέρη και την ανθολογία του Γιάννη Ρίτσου.
Σκεφτόσουν ότι είναι σκληρό να έχεις μοναδική συντροφιά ανθρώπους τηλεοπτικούς και πού και πού τους ζωντανούς αγαπημένους. Πριν λίγες μέρες όμως, την άκουσες να λέει στον πατέρα σου ότι δεν βλέπω να διαβάζω κοντά, για κάτι λογαριασμούς. Έχεις όμως την αίσθηση ότι όλο και κάτι πιάνει το μάτι της από όλα αυτά τα ποιήματα. Της καθάρισες έναν φακό και ενώ τον δοκίμαζες, την ρώτησες: Βλέπεις να διαβάσεις καθαρά; Και σου είπε: έ, με λίγη φαντασία...
Πού ξέρεις πώς ήταν στην ηλικία σου, η γυναίκα αυτή που έχει χαραγμένη στο πρόσωπό της την πατίνα του χρόνου και τις ρυτίδες της απώλειας και που το σώμα της σταδιακά την απομακρύνει από τις απλές χαρές της ζωής, μια βόλτα, ένα ποίημα, μια μουσική. Δεν πειράζει, λες. Γιατί εσύ μπορείς να πηγαίνεις και να της διαβάζεις Γκάτσο. Τσιρίζοντας. Μέχρι να τον ακούσει.
Ο γιος της, με κάποια πίκρα, λέει πού και πού, ότι μοιάζει με περισπωμένη έτσι με την οστεοπόρωση. Μέχρι να τελειώσει τον καφέ, δεν σε κοιτάει και εσύ το ερμηνεύεις ότι κουράζεται να γυρνάει προς τα πίσω, οπότε αντιμετωπίζει υποχρεωτικά το ψήσιμο του καφέ σαν τελετουργικό. Όταν είναι έτοιμος, απλώνει το χέρι της στο ντουλάπι και βγάζει ένα άσπρο μικρό φλιτζανάκι με το πιάτο από κάτω. Γιατί το πιάτο, ποτέ δεν το κατάλαβες, αφού είναι τόσο προσεκτική που σπάνια λερώνει. Όταν όμως είναι πολύ κουρασμένη, μπορεί να της ξεφύγει κάποια άγαρμπη κίνηση. Εσύ αμέσως θα της πεις, γούρι, και εκείνη που μάλλον δεν θα το ακούσει λόγω ακουστικού, όλο και κάποιο αστείο θα κάνει για να ξεγελάσει την νοικοκυροσύνη της.
Σε καλεί στο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού, αφήνει για λίγο τον ελληνικό και στρώνει το τιναγμένο τραπεζομάντιλο. Όλα έχουν μια τελετουργία και μια σειρά στο σπίτι της. Ο καφές πάντα συνοδεύεται με δύο και τρία BF silver, των οποίων η μυρωδιά ταυτίζεται απόλυτα με την εικόνα της για εσένα. Πρώτα θα σε κοιτάξει, περιμένοντας να της πεις τα νέα σου. Το λεπτό της πρόσωπο είναι γεμάτο με ρυτίδες, χωρίς όμως ποτέ να χάνει τον αέρα της κομψότητας που όλοι λένε ότι την διέκρινε στα νιάτα της. Δύο όμορφα ζυγωματικά και ένα ζευγάρι λεπτά, μπορντό πολυεστιακά γυαλιά. Τα μάτια της με τις κοντές βλεφαρίδες, λάμπουν όλο και περισσότερο, μόλις της πεις κάτι ενδιαφέρον. Αναρωτιέσαι πώς σε αντέχει, αφού της λες κάθε φορά τόσα πράγματα, λες και καταφέρνεις να γεμίσεις τις ώρες που δεν της κρατάς συντροφιά. Για τον άντρα της μιλάει ελάχιστες φορές, όμως με δέος ευλαβικό.
Όταν της μιλάς για στίχους και μελωδίες, σου λέει πως άκουγε παλιά, πριν πεθάνει η κόρη της σε αυτοκινητιστικό, μα ύστερα τα διέκοψε όλα. Έκανε και βιολί "ένα φεγγάρι" μέχρι που πέθανε ο πατέρας της. Το πένθος ήταν αυτό που διέκοπτε τις σχέσεις της με το αλάτι της ζωής.
Εσύ τόλμησες να της χαρίσεις ένα ραδιόφωνο, μήπως και το ξανανοίξει. Ό,τι κι αν σου λέει, δεν νομίζεις πως τα κατάφερες. Ένα απόγευμα, σου μίλαγε για ώρες για τον Σεφέρη, και το τι άνθρωπος πρέπει να ήταν. Πλησίαζαν Χριστούγεννα, και πήγες και της πήρες ένα σωρό βιβλία και ποιητικές συλλογές. Πρώτα της έδωσες την Αμοργό του Γκάτσου, τότε μετά την απώλεια της αδερφής της για να μην φοβάται όταν μένει μόνη. Μετά πήγες και της πήρες όλα τα τραγούδια του Γκάτσου, γιατί όσο διάβαζες το δικό σου αντίτυπο, τόσο σίγουρη ήσουν ότι θα της άρεσε. Μετά την απολογία ενός αριστερού, του Αναγνωστάκη, μια συλλογή με ποιήματα του Σεφέρη και την ανθολογία του Γιάννη Ρίτσου.
Σκεφτόσουν ότι είναι σκληρό να έχεις μοναδική συντροφιά ανθρώπους τηλεοπτικούς και πού και πού τους ζωντανούς αγαπημένους. Πριν λίγες μέρες όμως, την άκουσες να λέει στον πατέρα σου ότι δεν βλέπω να διαβάζω κοντά, για κάτι λογαριασμούς. Έχεις όμως την αίσθηση ότι όλο και κάτι πιάνει το μάτι της από όλα αυτά τα ποιήματα. Της καθάρισες έναν φακό και ενώ τον δοκίμαζες, την ρώτησες: Βλέπεις να διαβάσεις καθαρά; Και σου είπε: έ, με λίγη φαντασία...
Πού ξέρεις πώς ήταν στην ηλικία σου, η γυναίκα αυτή που έχει χαραγμένη στο πρόσωπό της την πατίνα του χρόνου και τις ρυτίδες της απώλειας και που το σώμα της σταδιακά την απομακρύνει από τις απλές χαρές της ζωής, μια βόλτα, ένα ποίημα, μια μουσική. Δεν πειράζει, λες. Γιατί εσύ μπορείς να πηγαίνεις και να της διαβάζεις Γκάτσο. Τσιρίζοντας. Μέχρι να τον ακούσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου