Αν με ρωτήσεις θα σου πω ότι ποτέ δεν με ανάγκασαν στο σπίτι μου να κάνω πράγματα που δεν θέλω. Έτσι, λοιπόν, άργησα να πάρω την απόφαση με τον αδερφό μου να βγούμε να τραγουδήσουμε τα κάλαντα. Από παλιά, προτιμούσαμε να κοιμόμαστε τα πρωινά, παρά να τρέχουμε στους δρόμους. Κάπου προς τη μέση του δημοτικού όμως, συνειδητοποιήσαμε ότι είχε ενδιαφέρον. Απολύτως ειλικρινά, δεν είχαμε ιδέα τι τραγουδούσαμε, ακριβώς επειδή οι γονείς, δεν μας το είχαν εξηγήσει με λεπτομέρειες, παρότι ο μπαμπάς επέμενε ότι πρέπει να δείχνουμε σεβασμό. Ένα πρωί, λοιπόν, ξυπνήσαμε νωρίς νωρίς και τον βάλαμε μέσα σε 10 λεπτά να μας μάθει το τραγούδι. Το ίδιο κάναμε και την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
Την αμέσως επόμενη χρονιά, και πάλι, βγήκαμε με τα τριγωνάκια την παραμονή των χριστουγέννων. Ο αδερφός μου κρατούσε ένα απλό τρίγωνο από τα τζάμπο και εγώ, το αρχαίο, σιδερένιο τρίγωνο που είχε ο μπαμπάς μας όταν τραγουδούσε εκείνος. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι περισσότερο έπειθε για τρομοκρατικό όπλο και ίσως γι΄αυτό δεν μας αρνιόταν κανείς να τραγουδήσουμε. Πήγαμε σε όλη τη γειτονιά (σε σπίτια όμως όχι, γιατί δεν μας άφηναν) και προς το μεσημέρι, μας μάζεψε ο μπαμπάς στο αυτοκίνητο. Τότε μας είπε να του "τα πούμε" και εκείνου. Και αρχίσαμε περήφανα: "Αρχιμηνιά κι αρχιχρονία...". Τη συνέχεια, μπορείς να τη φανταστείς νομίζω. Πάντως τελικά δεν αισθανθήκαμε πολύ άσχημα που μπερδέψαμε τα δύο τραγούδια μεταξύ τους, γιατί κανένας απ' ό,τι φαίνεται, δεν το είχε προσέξει. Μόνο ο μπαμπάς, που μας μάλωσε για την "έλλειψη σεβασμού προς τα θεία".
Την ίδια κατηγορία, ακούσαμε πρόσφατα, όταν θα υποδεχόμασταν στο σπίτι ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, κανένας μας δεν τον περίμενε, αλλά εμφανίσθηκε ξαφνικά. Οι γονείς μας ήταν ήδη στον κήπο και τον άκουγαν με τόση προσοχή, που ο αδερφός μου και εγώ σχεδόν τους κοροϊδεύαμε μεταξύ μας. Η κοπέλα που μας βοηθούσε στο σπίτι, μια Γκανέζα, ευλαβής Χριστιανή, ήρθε με δέος να μας βρει για να μας προειδοποιήσει να του φιλήσουμε το χέρι μόλις βγούμε έξω.
Δεν τον ξέραμε. Όμως και οι δύο διαφωνούμε κάθετα με τέτοιου είδους χειρονομίες και δηλώνουμε βαρύγδουπα ότι ακριβώς όσο σεβόμαστε κάθε άλλον άνθρωπο, τόσο σεβόμαστε και τους παππάδες. Δεν σκοπεύαμε, δηλαδή, να το κάνουμε.
Βγήκαμε έξω, λοιπόν, πρώτα ο αδερφός μου και μετά εγώ, με τους γονείς μας να αγωνιούν διακριτικά, για το τυπικό της υπόθεσης. Και οι δύο χαμογελούσαμε πλατιά (το λες και για να γλιτώσουμε λίγες παρατηρήσεις αργότερα). Ο παππάς άπλωσε το χέρι του προς τον αδερφό μου, εκείνος με ένα ακόμη πιο πλατύ χαμόγελο το έπιασε και το κούνησε με μια κατά τα άλλα ευγενέστατη χειραψία. Το ίδιο έκανα και εγώ, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνος βρέθηκε σε αμηχανία και εμείς δεν τολμούσαμε να κοιτάξουμε τον πατέρα μας στα μάτια. Είμασταν όμως, περήφανοι.
Όταν λοιπόν, έφευγε ο παππάς, δεν μας πλησίασε. Σήκωσε το χέρι του από μακριά προς εμένα και τον αδερφό μου και μας χαιρέτησε χωρίς να διεκδικεί έμπρακτη απόδειξη σεβασμού και -όπως το λέμε εμείς οι αντιδραστικοί, _υποταγής σε μια άτυπη εξουσία. Τελικά ο πατέρας μας περιορίστηκε στο "κανένας σεβασμός" και το θέμα έληξε εκεί.
Ίσως γιατί σεβάστηκε τη γνώμη μας. Μπορεί και επειδή σήκωσε τα χέρια ψηλά. Δεν τολμήσαμε να ρωτήσουμε.
Την αμέσως επόμενη χρονιά, και πάλι, βγήκαμε με τα τριγωνάκια την παραμονή των χριστουγέννων. Ο αδερφός μου κρατούσε ένα απλό τρίγωνο από τα τζάμπο και εγώ, το αρχαίο, σιδερένιο τρίγωνο που είχε ο μπαμπάς μας όταν τραγουδούσε εκείνος. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι περισσότερο έπειθε για τρομοκρατικό όπλο και ίσως γι΄αυτό δεν μας αρνιόταν κανείς να τραγουδήσουμε. Πήγαμε σε όλη τη γειτονιά (σε σπίτια όμως όχι, γιατί δεν μας άφηναν) και προς το μεσημέρι, μας μάζεψε ο μπαμπάς στο αυτοκίνητο. Τότε μας είπε να του "τα πούμε" και εκείνου. Και αρχίσαμε περήφανα: "Αρχιμηνιά κι αρχιχρονία...". Τη συνέχεια, μπορείς να τη φανταστείς νομίζω. Πάντως τελικά δεν αισθανθήκαμε πολύ άσχημα που μπερδέψαμε τα δύο τραγούδια μεταξύ τους, γιατί κανένας απ' ό,τι φαίνεται, δεν το είχε προσέξει. Μόνο ο μπαμπάς, που μας μάλωσε για την "έλλειψη σεβασμού προς τα θεία".
Την ίδια κατηγορία, ακούσαμε πρόσφατα, όταν θα υποδεχόμασταν στο σπίτι ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, κανένας μας δεν τον περίμενε, αλλά εμφανίσθηκε ξαφνικά. Οι γονείς μας ήταν ήδη στον κήπο και τον άκουγαν με τόση προσοχή, που ο αδερφός μου και εγώ σχεδόν τους κοροϊδεύαμε μεταξύ μας. Η κοπέλα που μας βοηθούσε στο σπίτι, μια Γκανέζα, ευλαβής Χριστιανή, ήρθε με δέος να μας βρει για να μας προειδοποιήσει να του φιλήσουμε το χέρι μόλις βγούμε έξω.
Δεν τον ξέραμε. Όμως και οι δύο διαφωνούμε κάθετα με τέτοιου είδους χειρονομίες και δηλώνουμε βαρύγδουπα ότι ακριβώς όσο σεβόμαστε κάθε άλλον άνθρωπο, τόσο σεβόμαστε και τους παππάδες. Δεν σκοπεύαμε, δηλαδή, να το κάνουμε.
Βγήκαμε έξω, λοιπόν, πρώτα ο αδερφός μου και μετά εγώ, με τους γονείς μας να αγωνιούν διακριτικά, για το τυπικό της υπόθεσης. Και οι δύο χαμογελούσαμε πλατιά (το λες και για να γλιτώσουμε λίγες παρατηρήσεις αργότερα). Ο παππάς άπλωσε το χέρι του προς τον αδερφό μου, εκείνος με ένα ακόμη πιο πλατύ χαμόγελο το έπιασε και το κούνησε με μια κατά τα άλλα ευγενέστατη χειραψία. Το ίδιο έκανα και εγώ, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Εκείνος βρέθηκε σε αμηχανία και εμείς δεν τολμούσαμε να κοιτάξουμε τον πατέρα μας στα μάτια. Είμασταν όμως, περήφανοι.
Όταν λοιπόν, έφευγε ο παππάς, δεν μας πλησίασε. Σήκωσε το χέρι του από μακριά προς εμένα και τον αδερφό μου και μας χαιρέτησε χωρίς να διεκδικεί έμπρακτη απόδειξη σεβασμού και -όπως το λέμε εμείς οι αντιδραστικοί, _υποταγής σε μια άτυπη εξουσία. Τελικά ο πατέρας μας περιορίστηκε στο "κανένας σεβασμός" και το θέμα έληξε εκεί.
Ίσως γιατί σεβάστηκε τη γνώμη μας. Μπορεί και επειδή σήκωσε τα χέρια ψηλά. Δεν τολμήσαμε να ρωτήσουμε.
μου θύμισες τώρα μια ακριβως ίδια σκηνή με εμένα και εναν παπά!
ΑπάντησηΔιαγραφήόμορφο το blog σου! <3
φιλιά