Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Μέχρι να τον ακούσει

  Σουρούπωνε στην μικρή κουζίνα και την έβλεπες σκυμμένη, πάνω από το μικρό μάτι και το μικροκαμωμένο μπρίκι με τη μαύρη πλαστική λαβή. Το μόνο που ακουγότανε ήταν το κουτάλι, που έτριβε τον εμαγιέ πάτο, για να επιτρέψει στην αδιάκριτη μυρουδιά του ελληνικού να φτάσει μέχρι τη μύτη μας. Στην ανακαινισμένη κουζίνα, μόνο το πιάτο στο τραπέζι με τα πέντε καλοστημένα πορτοκάλια, θύμιζαν κάτι απ' το παλιό της σπίτι. Έχουν περάσει χρόνια από τότε που μετακόμισε. Και αυτός ο νιπτήρας. Πάντα σου φωνάζει να αφήσεις τα πιάτα για να "μην χαλάσεις τα χεράκια σου". Εάν κάνεις να τα πλύνεις, διαμαρτύρεται ανά εφτά περίπου δευτερόλεπτα και στο τέλος σου λέει "γιατί μωρέ παιδάκι μου;". Ο νιπτήρας. Που τον κοίταζες πριν την πλησιάσεις, όταν είχες μάθει ότι η αδερφή της πήρε τον μεγάλο δρόμο. Δεν άκουγε ποτέ καλά, και δεν σε καταλάβαινε αμέσως. Γιαυτό και όποτε έμπαινες με κλειδιά στο σπίτι φώναζες για να μην την τρομάξεις. Τότε, καθόταν και έπλενε τα πιάτα, χωρίς να αλλάζει θέση.
  Ο γιος της, με κάποια πίκρα, λέει πού και πού, ότι μοιάζει με περισπωμένη έτσι με την οστεοπόρωση. Μέχρι να τελειώσει τον καφέ, δεν σε κοιτάει και εσύ το ερμηνεύεις ότι κουράζεται να γυρνάει προς τα πίσω, οπότε αντιμετωπίζει υποχρεωτικά το ψήσιμο του καφέ σαν τελετουργικό. Όταν είναι έτοιμος, απλώνει το χέρι της στο ντουλάπι και βγάζει ένα άσπρο μικρό φλιτζανάκι με το πιάτο από κάτω. Γιατί το πιάτο, ποτέ δεν το κατάλαβες, αφού είναι τόσο προσεκτική που σπάνια λερώνει. Όταν όμως είναι πολύ κουρασμένη, μπορεί να της ξεφύγει κάποια άγαρμπη κίνηση. Εσύ αμέσως θα της πεις, γούρι, και εκείνη που μάλλον δεν θα το ακούσει λόγω ακουστικού, όλο και κάποιο αστείο θα κάνει για να ξεγελάσει την νοικοκυροσύνη της.
  Σε καλεί στο στρογγυλό τραπέζι του σαλονιού, αφήνει για λίγο τον ελληνικό και στρώνει το τιναγμένο τραπεζομάντιλο. Όλα έχουν μια τελετουργία και μια σειρά στο σπίτι της. Ο καφές πάντα συνοδεύεται με δύο και τρία BF silver, των οποίων η μυρωδιά ταυτίζεται απόλυτα με την εικόνα της για εσένα. Πρώτα θα σε κοιτάξει, περιμένοντας να της πεις τα νέα σου. Το λεπτό της πρόσωπο είναι γεμάτο με ρυτίδες, χωρίς όμως ποτέ να χάνει τον αέρα της κομψότητας που όλοι λένε ότι την διέκρινε στα νιάτα της. Δύο όμορφα ζυγωματικά και ένα ζευγάρι λεπτά, μπορντό πολυεστιακά γυαλιά. Τα μάτια της με τις κοντές βλεφαρίδες, λάμπουν όλο και περισσότερο, μόλις της πεις κάτι ενδιαφέρον. Αναρωτιέσαι πώς σε αντέχει, αφού της λες κάθε φορά τόσα πράγματα, λες και καταφέρνεις να γεμίσεις τις ώρες που δεν της κρατάς συντροφιά. Για τον άντρα της μιλάει ελάχιστες φορές, όμως με δέος ευλαβικό.
  Όταν της μιλάς για στίχους και μελωδίες, σου λέει πως άκουγε παλιά, πριν πεθάνει η κόρη της σε αυτοκινητιστικό, μα ύστερα τα διέκοψε όλα. Έκανε και βιολί "ένα φεγγάρι" μέχρι που πέθανε ο πατέρας της. Το πένθος ήταν αυτό που διέκοπτε τις σχέσεις της με το αλάτι της ζωής.
  Εσύ τόλμησες να της χαρίσεις ένα ραδιόφωνο, μήπως και το ξανανοίξει. Ό,τι κι αν σου λέει, δεν νομίζεις πως τα κατάφερες. Ένα απόγευμα, σου μίλαγε για ώρες για τον Σεφέρη, και το τι άνθρωπος πρέπει να ήταν. Πλησίαζαν Χριστούγεννα, και πήγες και της πήρες ένα σωρό βιβλία και ποιητικές συλλογές. Πρώτα της έδωσες την Αμοργό του Γκάτσου, τότε μετά την απώλεια της αδερφής της για να μην φοβάται όταν μένει μόνη. Μετά πήγες και της πήρες όλα τα τραγούδια του Γκάτσου, γιατί όσο διάβαζες το δικό σου αντίτυπο, τόσο σίγουρη ήσουν ότι θα της άρεσε. Μετά την απολογία ενός αριστερού, του Αναγνωστάκη, μια συλλογή με ποιήματα του Σεφέρη και την ανθολογία του Γιάννη Ρίτσου.
  Σκεφτόσουν ότι είναι σκληρό να έχεις μοναδική συντροφιά ανθρώπους τηλεοπτικούς και πού και πού τους ζωντανούς αγαπημένους. Πριν λίγες μέρες όμως, την άκουσες να λέει στον πατέρα σου ότι δεν βλέπω να διαβάζω κοντά, για κάτι λογαριασμούς. Έχεις όμως την αίσθηση ότι όλο και κάτι πιάνει το μάτι της από όλα αυτά τα ποιήματα. Της καθάρισες έναν φακό και ενώ τον δοκίμαζες, την ρώτησες: Βλέπεις να διαβάσεις καθαρά; Και σου είπε: έ, με λίγη φαντασία...
  Πού ξέρεις πώς ήταν στην ηλικία σου, η γυναίκα αυτή που έχει χαραγμένη στο πρόσωπό της την πατίνα του χρόνου και τις ρυτίδες της απώλειας και που το σώμα της σταδιακά την απομακρύνει από τις απλές χαρές της ζωής, μια βόλτα, ένα ποίημα, μια μουσική. Δεν πειράζει, λες. Γιατί εσύ μπορείς να πηγαίνεις και να της διαβάζεις Γκάτσο. Τσιρίζοντας. Μέχρι να τον ακούσει.




Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2012

Τώρα ξημέρωσε

  Έτσι θα πηγαίνει από εδώ και μπρος. Παλιό και αγαπημένο πρόσωπο. Δεν θα συναντιόμαστε, τώρα που οι δρόμοι μας ανεξαρτητοποιήθηκαν και δεν χρειάζεται να λογοδοτείς, όποτε δεν μου βρίσκεις μια θέση στο πρόγραμμά σου. Και εγώ θα σου λέω πως προσπάθησα και ό,τι μπορούσα έκανα. Θα το καταλάβεις γιατί με αδίκησες, όπως σκέφτομαι μα ντρέπομαι, τόσο ντρέπομαι να σου το πω. Και όταν κάποιος, χωρίς την άδειά μου στο ψιθυρίσει, θα πεις πως νόμιζες ότι το παιχνίδι χάθηκε. Παλιό κι αγαπημένο πρόσωπο. Που δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε κουβέντες για τα τελευταία και τα πιο σημαντικά νέα μας. Που παλιά νόμιζα ότι μόνον εσύ τα άκουγες, μα τώρα κουράζεται το στόμα μου πριν ακόμη τα εκφέρει. Που οι εξελίξεις έτρεξαν τόσο γρήγορα, που δεν φτάνει μια τυχαία συνάντηση, σφήνα, να τα φτάσει.
  Παλιό κι αγαπημένο πρόσωπο, όταν τύχει να συναντηθούμε, θα είσαι την πρώτη φορά τόσο αμήχανο. Και την επόμενη, δεν θα επιχειρήσεις να εξηγήσεις. Πιο εύκολα έτσι. Με ξέρεις τόσο καλά, που υποψιάζεσαι το ξέσπασμά μου και σωπαίνεις. Παλιό κι αγαπημένο πρόσωπο, δεν με ξέρεις. Δεν ξέρεις πως τώρα πια κουράζομαι πιο εύκολα από πριν που διαφωνούσαμε το ξημέρωμα για το πιο απλό πράγμα. Και έστρωνα επιχειρήματα και λόγια που νόμιζα ότι άκουγες. Δεν ξέρω αν τα άκουγες.
  Κι εσύ θα σωπαίνεις, κι εγώ θα κουράζομαι, να παραπονεθώ. Να δείξω στο ελάχιστο πόσο με στενοχώρησες. Γιατί σκέφτομαι για πόσο εγωιστή θα με περάσεις, να ζητάω εξηγήσεις και να επιμένω εκεί που νομίζω ότι αδικήθηκα. Και ξέρω, πόσο θα σε κουράζω και πόσο θα κουράζομαι απ' τα μάταια.
  Παλιό κι αγαπημένο πρόσωπο, θυμάσαι τότε που μιλάγαμε λες και θα είμαστε για πάντα γνωστοί; Πόσο γρήγορα πέρασε αυτός ο καιρός;
  Παλιό κι αγαπημένο πρόσωπο, τα νέα αγαπημένα μου πρόσωπα, μου λένε πώς δεν ήσουνα σωστό. Και να σε ξεχάσω. Άλλοι μου λένε να σου δώσω μια ευκαιρία. Δύσκολη απόφαση. Πρόσωπο, εσύ, πάντα σιωπηρά αγαπημένο, ούτε ξέρω, ούτε ξέρεις αν θα ξαναβρεθούν οι δρόμοι μας. Και δεν μπορούμε να αποφασίσουμε τώρα. Τώρα ξημέρωσε. Και οι μεταβατικές ώρες, δεν είναι για αποφάσεις.     


Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

φόροι τιμής στους Ανθρώπους

  Μερικούς ανθρώπους, τους συναντάς μόνον, μέσα από τα γράμματα και τις σκέψεις που είπαν φανερά ή μυστικά σε άλλους. Και λες πως είναι άδικο, που δεν τους γνώρισες ποτέ. Και άμα υπάρχει κάτι, αν κάνεις την παραχώρηση και το πιστέψεις, γιατί να μην επιτρέψει σε κάποιους ανθρώπους να είναι για πάντα; Μα ποιος αποφασίζει; Και, αν τους πετύχαινες στον δρόμο, τι θα τους έλεγες; Μπορεί τα χέρια μόνο τα ζεστά να τους φίλαγες από ευγνωμοσύνη και να χώριζαν οι πορείες σας. Και τι μ' αυτό; Πώς να σου φτάσει ένα λεπτό, μια στιγμή, για να δείξεις σε κάποιον, όσα σου είπε;
  Το μόνο που μένει, λοιπόν, είναι τα φανερά και τα μυστικά τους, που κάπως έφτασαν σε σένα.

  Δεν ξέρεις αν θα ήθελες να ζούσες σ' άλλη εποχή, στην εποχή εκείνων. Εκείνων που όσα έλεγαν, ήξεραν να πάρουν ρίσκο και να διακινδυνεύσουν για να τα υπερασπιστούν. Και ήξεραν, πώς αυτά τα λόγια, αυτές οι λέξεις η μια μετά την άλλη, σαν ασπίδες θα τους προστάτευαν από οποιοδήποτε βόλι. Από οποιαδήποτε απανθρωπιά και ανηθικότητα. Και ήταν άτρωτοι.
  Δεν έχουν νόημα τα λουλούδια και οι τελετουργίες για τη μνήμη, τους ακούς να σου λένε. Φαντάζεσαι, πως έτσι πρέπει να λένε. Πόσα χρόνια πέρασαν, με πόσους ανθρώπους που έδωσαν την ψυχή τους για κάτι άλλο εκτός από τον εαυτό τους.
  Είμαστε τυχεροί, που δεν χρειάζεται να πολεμήσουμε αιματηρά, να δούμε τους πατεράδες και τα παιδιά μας να σκορπίζονται σαν σκυλιά θανατωμένα, στο χώμα. Για μιαν ιδέα. Για ένα μέλλον. Αδιανόητη σκέψη. Αν σου ζητούσαν να πολεμήσεις; Δεν θα το έκανες. Ούτε εγώ θα το έκανα. Γιατί θα φοβόμασταν. Και θα βιαζόμασταν να προβάλουμε την δημοκρατία και να καταδικάσουμε τα όπλα. Θα λέγαμε πως είμαστε άνθρωποι. Και θα το πιστεύαμε. Θα λέγαμε πως οι προηγούμενοι, Εκείνοι, πολέμησαν για να έχουμε εμείς μια ζωή χωρίς όπλα και απειλές. Έδωσαν τα πάντα για μας. Που δεν είχαμε γεννηθεί. Που δεν μας είχανε γνωρίσει.
  Φτωχή ανθρωπότητα. Λες πως φοβάσαι τις σφαίρες, και πως δεν θα είχε νόημα. Μοιρολατρείς, για να ζήσεις. Και δεν θέλεις να δώσεις σε κάποιον την αφορμή να σε πυροβολήσει, να σου αφαιρέσει τη ζωή και να αμαρτήσει. Μα δεν σκέφτεσαι, δεν σκεφτόμαστε εμείς οι άνθρωποι, πόσα αφαιρούμε κάθε μέρα από τους άλλους.
  Κάνουμε τόσα λάθη, και αφήνουμε τα κεκτημένα να γλιστρήσουν μια και καλή από τα χέρια μας. Τσάμπα εκτελέστηκαν. Χαμένες οι θυσίες Εκείνων, που θαυμάζεις γιατί ξέρεις ότι δεν θα βρεις το θάρρος τους.
  Και ντρέπεσαι. Ντρέπεσαι που άφησες να φύγουν όσα εκείνοι έχτισαν για σένα. Κι ας μην τους γνώρισες ποτέ.

  Δεν χρειάζεται να τους θυμάσαι στις επετείους, με λουλούδια μέσα σε χαώδη λαϊκά προσκυνήματα δίπλα στην τσίκνα από καντίνες που ήρθαν για να πουλήσουν στους συγκινημένους.

Μια σκέψη μόνο να έχεις στο νου. Ότι άνθρωπος, ούτε γεννιέσαι, ούτε τιτλοφορείσαι για όλη την ζωή σου. Άτομο, μπορεί. Μα άνθρωπος, όπως Εκείνοι τον προλόγισαν, τέτοιος θα μαθαίνεις κάθε βράδυ ξεχωριστά, άμα ήσουν σήμερα. Και από το αυριανό πρωί, ο χαρακτηρισμός αυτός, εκείνο το αξίωμα, θα σβηστεί και θα πρέπει να το ξανακερδίσεις. Κάθε βράδυ, μπορείς να ξέρεις αν για σήμερα, έγινες άνθρωπος. Και αύριο πρωί, ξαναρχίζεις.

(Μια και με γράψανε φονιά
πήρα τον κόσμο παγανιά
και την ζωή σεργιάνι
κακό να κάνω στους κακούς
που εσύ μονάχα τους ακούς
μα ο νους σου δεν τους πιάνει

Στην ερημιά που 'χα βρεθεί
με το 'να χέρι στο σπαθί
και τ' άλλο στο βαγγέλιο
ήρθαν μανάδες κι ορφανά
κι είπα το δάκρυ που πονά
να τους το κάνω γέλιο

Μα τώρα που 'φτασε η στιγμή
να κλείσουν οι λογαριασμοί
ποιος τάχα θα μπορέσει
να δει πως είχα μια καρδιά
σαν της αγάπης τα παιδιά
και να με συγχωρέσει;

Νίκος Γκάτσος)


Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

όσα μετά από χρόνια δεν θα τολμήσουμε να πούμε σ' αυτούς που μας κοιτάνε, όπως κοιτάμε εμείς

  Όσο γλιστράνε οι στιγμές και τα χρόνια μέσα από τα χέρια σου, τόσο μικραίνουν οι μέρες. Και δεν σου φτάνουν. Και δεν είναι αρκετές. Ούτε θα γίνουν αρκετές. Γιατί όσο φεύγουν τα χρόνια, τόσο πιο μικρές γίνονται οι μέρες. Και όλο και πιο νωρίς θα ξυπνάς, για να κοιτάς τη ζωή που σου έχει μείνει. Γιατί από συνήθεια, ακούς πώς κάποτε η μέρα θα σβήσει. Και ξεγελάς αυτή τη σύλληψη, προσθέτοντας δύο τρεις ακόμη ώρες ξύπνιας ημέρας. Δεν θέλεις να το σκέφτεσαι, μα ξυπνάς έτσι νωρίτερα. Νωρίτερα για να ξαναμπείς σε ό,τι μπόρεσες να φτιάξεις μέχρι τώρα. Φοβάσαι να συγκρίνεις τα πορίσματα με τις προθέσεις και τα ένστικτα. Μπορεί να έχασες τον δρόμο. Και πού καιρός για να ισιώσεις τον δρόμο, τώρα που όλοι σου το λένε, ότι οι μέρες μικραίνουν; Άλλος δρόμος σημαίνει αλλαγή. Και αλλαγή δεν θέλει μόνο απόφαση. Θέλει και χρόνο. Που σου λένε ότι τρέχει. Μέσα από τα χέρια σου. Προτιμάς να κοιμάσαι νωρίς. Να μην ξενυχτάς. Για να βάζεις ένα μέτρο. Και με το μέτρο να ξεγελάς το ρολόι, και τις στιγμές που φεύγουν. Δεν έχεις κουράγιο να ζήσεις τη νύχτα. Γιατί σου λένε ότι το ξενύχτι είναι απόφαση. Κι εσύ δεν θέλεις να σκεφτείς, ότι ίσως είναι αργά για αποφάσεις. Και γιατί το σώμα σου σε προδίδει. Τα μάτια σου, αυτά δεν σε προδίδουν. Σε προδίδει το περίγραμμά τους. Το σκουριασμένο περιτύλιγμα. Γιατί κατά βάθος, ποτέ σου δεν πίστεψες την έκφραση "πλήρης ημερών". Όταν ήσουν πιο νέος, ίσως. Για τους άλλους. Και φοβάσαι. Φοβάσαι ότι με αυτή την ισοπεδωτική έκφραση, αυτές τις βαριές αρβύλες, θα σου πουν ότι είναι λογικό, να υπάρχει ένα όριο. Όπως συμβαίνει σε όλους. Και θα σε πατήσουν. Και όσοι σ' αγαπούν, θα συνηθίσουν στο χωρίς εσένα. Όπως όλα συνηθίζονται. Και θα σου λεν πως είναι αργά για αποφάσεις. Και αλλαγές. Και μέλλον. Δεν θα σε ρωτήσουν άμα πέτυχες την πληρότητα. Ούτε θα τους ενδιαφέρει. Γιατί θα μάθουν να αντέχουν το χωρίς εσένα. Και μέχρι τότε θα τους κοιτάς. Και θα σε κοιτάνε. Και θα το βλέπεις στα μάτια τους, πως είσαι μια παροδική εκκρεμότητα. Όσο κι αν σ' αγαπούν. Eκκρεμότητα.


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

στους γνωστούς άγνωστους δρόμους της πόλης

  Αν ζούσες σ' άλλη εποχή, θα κουβαλούσες μαζί σου ένα τετραδιάκι για να σημειώνεις τους δρόμους και τις διευθύνσεις που συναντάς καθώς περπατάς. Έλα τώρα, και σε άλλη εποχή να ζούσες, πάλι ανοργάνωτη θα ήσουν. Να είναι καλά το google map, το σκονάκι που σου λέει από πού πέρασες. Βγαίνεις απ΄ το Chocolat, και προχωράς στην άδεια Αποστόλου Παύλου με τα χιλιάδες τεμαχισμένα μάρμαρα (ή όποιο άλλο υλικό), να ξαπλώνουν κουρασμένα κάτω από τα πόδια σου. Σκοντάφτεις που και που σε ακατέργαστες προεξοχές που δεν διαλύουν όμως αυτή την αρμονία του χρώματος και των σχημάτων. Από πάνω η ακρόπολη, με την σιωπηρή της επιβλητικότητα, που θυμίζει σκηνικό βγαλμένο από ταινία εποχής. Σε λίγο θα εμφανιστούν κυρίες με μακριά φουστάνια και κύριοι με κοστούμια και ψηλά καπέλα, απροσδιόριστης ιστορικής προέλευσης. Σου ήταν άλλωστε, πάντα δύσκολο να συγκρατείς ημερομηνίες και χαρακτηριστικά εποχών. Μπορεί να έπαιρνες καλούς βαθμούς στην ιστορία, όμως στο κεφάλι σου, όλοι συζούν και με κάποιον τρόπο δεν εμποδίζει ο ένας τον άλλο. Κανείς δεν έρχεται.
  Απέναντι βλέπεις δύο μεγάλες αφίσες, τη μία που γράφει "Ένα μουσείο για το γκάζι" σε ασπρόμαυρο χρώμα και μια για κάποια χριστουγεννιάτικη γιορτή που πέρασε. Θυμάσαι το καλοκαίρι, με τον πανέμορφο μιγά, γάλλο τουρίστα, τις παραφουσκωμένες κυρίες που ισορροπούσαν πάνω σε πλατφόρμες, τα σανδάλια σου που κόπηκαν καθώς έτρεχες για να μην αργήσεις και τους πλανόδιους πωλητές κοσμημάτων. Θυμάσαι πως στη θέση αυτών των δύο αφισών, υπήρχε εκείνη της συναυλίας της Νατάσσας Μποφίλιου την Τρίτη 5 Ιουλίου στην Τεχνόπολη. Έλεγες σε όλους πόσο υπέροχη ήταν, είναι και θα είναι. Προχωράς.
  Ανάμεσα σε κακόγουστες και συνωστισμένες καφετέριες με ξένα ονόματα και βασανιστική μουσική, διακρίνεις το μουσείο ηρακλειδών στο νούμερο 16. Θυμάσαι κάποιες απ' τις εκθέσεις που έχεις δει εκεί. Τις χορεύτριες του Degas και κάτι άλλο με γεωμετρικά σχήματα που σας πήγε το σχολείο. Η ώρα 5 και. Όλες οι πόρτες σφραγισμένες και μοναδική ανοιχτή θέα, το κατάστημα των σουβενίρ στο ύψος των παπουτσιών σου. Κάτι χρωματιστά αναμνηστικά που δεν σε εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα, το άσπρο περίγραμμα από τα ποστερ των εκθέσεων, και μια χορεύτρια του Degas ξεχασμένη με την χαρακτηριστική της καμπουρίτσα στο εξώφυλλο ενός χοντρού βιβλίου.
  Η μουσική από τις καφετέριες δεν σου επιτρέπει να ρεμβάσεις με την ησυχία σου και αποφασίζεις να στρίψεις στην αμφικτύωνος. Βλέπεις μια σκοτεινή βιτρίνα με πολύ πολύ μικρά ραφάκια που γράφει "εισαγωγές", ή κάτι παρόμοιο. Αμέσως βάζεις με τον νου σου κοσμήματα από την Αφρική και άλλα τέτοια, πολλά υποσχόμενη η βιτρίνα αλλά στο θησείο βρίσκεσαι, γιατί όχι; Πλησιάζεις και καμία σχέση. Το κραυγαλέο faux bijoux στο μεγαλείο του. Ψεύτικα κρύσταλλα που πασχίζουν να λάμψουν και να εντυπωσιάζουν. Αδιάκριτος ο τρόπος τους. Δεν πειράζει. Συνεχίζεις να ανεβαίνεις.
  Διασταύρωση Νηλέως, λέει ο χάρτης. Εκεί είδες δύο μηχανάκια, όχι βέσπες, μάλλον σαράβαλα τα λες, σαν κι αυτά που έχουν οι παππούδες στο Άργος μέσα στα χωράφια ανάμεσα στις πορτοκαλιές. Το ένα πράσινο και το άλλο μπλε. Παρκαρισμένα συμμετρικά το ένα δίπλα στο άλλο μπροστά από μια βιτρίνα με το αρχαίο και ξεβαμμένο διαφημιστικό περίγραμμα της coca cola. Για να φτάσεις στην παράλληλη, την Ακάμαντος, ανεβαίνεις κάτι άσπρα κακοχτισμένα σκαλιά, σαν να βρίσκεσαι σε κυκλαδίτικο νησί. Κάπου εκεί φτάνεις στον προορισμό σου, αλλά βλέπεις και τον λόφο του Στρέφη, όπως σου είπαν ότι λέγεται, να ανυψώνεται αργά και χωρίς πολύ θόρυβο.
  Στο google map βέβαια, ο λόφος δεν εφάπτεται με αυτόν τον δρόμο, άρα κάπου, κάτι λάθος έκανες. Την άλλη φορά θα κρατήσεις σημειώσεις. Από άλλη μια, όμορφη βόλτα σε κάποιο τετράγωνο, κάπου στην Αθήνα. Όταν θα ξαναχαθείς στους γνωστούς άγνωστους δρόμους της πόλης.