Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

από ρόλο σε ρόλο

  Τον εαυτό σου ψάχνεις. Και σε ρωτάνε για εκείνον και μέσα από τις απαντήσεις διαμορφώνεις στεγανά, απόψεις, αξίες και πιστεύω. Μόνος σου, δεν αναλύεις. Όλα σαν απαντήσεις τα καταστρώνεις στο μυαλό σου. Και μέσα από τις ταιριαστές απαντήσεις πείθεσαι. Απαντάς αυτό που θα ήθελες. Αυτό που θα ήσουν περήφανος να απαντήσεις. Αυτό που αν κοίταζες εσένα απ' έξω θα έλεγες μπράβο. Βγαίνεις απ' το σώμα σου για να φανταστείς και να χτίσεις μια εικόνα και ξαναμπαίνεις για να την πλάσεις και να την πλησιάσεις.
  Αφορμάσαι από τις συμβολικές και ηθικές αλληλεπιδράσεις -τις κοινωνικές, και γίνεσαι ηθοποιός. Από ρόλο σε ρόλο, ερμηνεύεις διαρκώς. Ασταμάτητα ενσαρκώνεις την εικόνα που θα ήθελες στους έξω. Και όταν μένεις μόνος, γυμνός από κοστούμια και χωρίς σκηνικά να σε περιβάλλουν, δεν αναλύεις. Απλώς καταστρώνεις κι άλλες απαντήσεις. Δοκιμάζεις μορφασμούς και χειρονομίες. Διαβάζεις και ψάχνεις το υπόβαθρο που ο ρόλος σου χρειάζεται. Ποτέ δεν καταλαβαίνεις αν πράγματι το θαυμάζεις.
  Ηθοποιός. Πρέπει να πείσεις. Πρέπει να πείσεις. Τα παρασκήνια δεν θα βγουν ποτέ προς τα έξω. Να το θυμάσαι. Παίξε. Τα παρασκήνια δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Ό,τι τους δώσεις στην σκηνή θα έχουν να κοιτάζουν.
   Η επανάληψη που χτίζει σταθερές. Γυμνός δεν θα τολμήσεις να τις γκρεμίσεις. Θα είσαι απασχολημένος με τις πρόβες. Όλα αδιαμφισβήτητες σταθερές. Η ψυχή σου μεστώνεται με τις απαντήσεις. Όλα ξεκινούν από απαντήσεις.
  Οι εικόνες. Το πρόσωπο. Το Εγώ. Μεστώνεται από απαντήσεις. Και γίνεται ρόλος πρωταγωνιστικός. Που πότε τον παίζεις καλά, και πότε δεν πείθεις. Που θα σου πάρει χρόνο να παραμείνεις στα λόγια σου και να μην προσπαθείς να εντυπωσιάσεις.
  Τον εαυτό σου δεν τον ψάχνεις, τελικά. Προσπαθείς μόνο, να του δώσεις σάρκα και υφή για να ταιριάξεις στις απαντήσεις. Και πίσω απ' την αυλαία, μόνο θα απαντάς και θα επαναλαμβάνεις διαρκώς τα μεγαλεπίβολα λόγια σου.
  Από ρόλο σε ρόλο, δεν ψάχνεις τίποτε. Μόνο προσεγγίζεις.


Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Σχεδιάσματα

Μετράς και ξαγρυπνάς τα βράδια να υποθέτεις διαστάσεις και σταθμά. Πάντα της λογικής ήσουνα με λογική θα λύσεις και τούτο το θέμα. Σαν μαθηματική πράξη. Σαν εξίσωση. Κάθε βράδυ σηκώνεσαι και σκέφτεσαι τι μπορεί να είναι αυτό που λείπει. Αυτό που πρέπει να παράξεις για να συμπληρωθεί εκείνο που έλειπε από όλους και που το περιμένανε. Εξετάζεις πιθανότητες και στρώνεις σχεδιάσματα. Διαβάζεις για όσα πρέπει να εκφράζεις και επιδιώκεις να τα ταξινομήσεις. Να τους δώσεις χαρτάκια προτεραιότητας. Να τα φωτίσεις με ρεαλιστικές λάμπες φωσφόρου. Σαν σε κρεοπωλείο μέσα στα αίματα. Κανένας ρομαντισμός στα σχεδιάσματα. Μελέτη, μελέτη, μελέτη. Σαν να βλέπεις την ζωή σου σε ταινία.
  Είναι κατά βάθος άδικη η δίκαιη ζωή. Η εύκολη ζωή που δεν γεννά λόγια τυπωμένα σε βιβλία και μορφασμούς πάνω σε μαύρα σανίδια που τρίζουν. Όταν η ζωή σου είναι βαρετή, κυνηγάς την κάθε υποψία αισθήματος, να την μετουσιώσεις σε χρυσή κατάθεση. Κόβεις και ράβεις για να παραδώσεις εκείνο που λείπει, στις ακριβείς διαστάσεις του.
  Η μοίρα δεν είναι γραμμένη στην παλάμη σου κι αποφασίζεις να την κλέψεις και να την αλυσοδέσεις πάνω της. Να την στραγγαλίσεις και να την σμιλέψεις, μέχρι να χωρέσει στο καλούπι. Και όταν βγει από αυτό να μπορείς να λες ότι αυτή ήταν η μοίρα σου. Και τέτοιος ο προορισμός σου. Γιαυτό μετράς και μελετάς. Επίμονα και σχολαστικά.
  Τότε όμως, που θα γεννήσεις ένα παιδί αβίαστα και χωρίς καμία υποψία, τότε που θα θέλεις να το διώξεις από μέσα σου για να νιώσεις καλύτερα. Τότε που οι πράξεις θα προλάβουν τα σχεδιάσματα κι εσύ αγόγγυστα θα μιλήσεις. Τότε θα είναι που, χωρίς να το καταλάβεις, το παιδί σου θα χωράει παντού. Και που οι άνθρωποι θα το κοιτάζουν και θα λένε: Να και κάτι που έλειπε. Και που τώρα συμπληρώθηκε.
 

 

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Οι άγνωστες λέξεις

  Την πρώτη φορά που με είδες περπατούσα πολύ γρήγορα. Φορούσα μια στραπατσαρισμένη τζιν φούστα και ένα μωβ καλσόν. Πάσχιζα να μην σέρνω τις μπεζ, βαριές αρβύλες μου στις πέτρες. Φορούσα ακουστικά και στο μέτωπό μου είχαν σχηματισθεί τρεις μικρές ρυτίδες. Ήμουν σοβαρή και φαινόμουν να μασάω εσωτερικά το δεξί μου μάγουλο. Περίμενα κάτω απ' το φανάρι και έριχνα κλεφτές ματιές τριγύρω, τραβώντας απότομα το βλέμμα μου. Σαν να ντρεπόμουν να φέρω κάποιον σε άβολη θέση με την αδιακρισία μου. Ύστερα με έχασες για λίγο όταν μπήκα στο βιβλιοπωλείο. Περίμενες και βγήκα με μια σακούλα. Συνέχιζα να κοιτάω γρήγορα από εδώ και από κει. Όποτε τα μάτια μου συναντούσαν άλλα, στρέφονταν στο πάτωμα κι εγώ χαμογέλαγα με ντροπή. Ξαφνικά σταμάτησα. Δεν διέκρινες τι κοίταζα. Με είδες να βγάζω μια κάμερα, να κοντοστέκομαι με αστάθεια, να δαγκώνω την άκρη του κάτω χείλους μου και κάτι να τραβάω. Πάντα νευρική να σκηνοθετώ στους δρόμους και να τους ντύνω με ήχους μέσα από τα ακουστικά.
  Από την μικρή μου τσάντα εξείχε ένα μεγάλο κόκκινο βιβλίο που πρόδιδε πως δεν είχα υπολογίσει σωστά τις διαστάσεις του στην αρχή της ημέρας. Κατεβήκαμε παράλληλα μα δεν σε είδα, έτσι συγκεντρωμένη στο επιτηδευμένο και δήθεν αποφασιστικό μου βήμα. Έφτασα στην αποβάθρα και το τρένο αργούσε ακόμα. Κάθησες δύο θέσεις πιο 'κει και με είδες να ανοίγω το κόκκινο βιβλίο μαζί με ένα τσαλακωμένο χαρτί. Αντέγραφα με συμμετρικά γράμματα για να μετριάσω την ακαταστασία. Έσκυβα πάνω απ' τις σελίδες που φαίνονταν να έχουν περάσει από γραφομηχανή. Το βιβλίο ήταν παλιό με σκληρό εξώφυλλο. Από κάπου το είχα δανειστεί. Το σκουλαρήκι μου γλίστρησε πάνω στην σελίδα. Το σήκωσα και το φόρεσα χωρίς να χάσω την προσοχή μου. Το τρένο ακούστηκε και σηκώθηκα βιαστική.
  Μπήκα στο τρένο κι εσύ έπρεπε να με ακολουθήσεις. Μου είχε πέσει το τσαλακωμένο χαρτί. Το άρπαξες, μα οι πόρτες έκλεισαν οριστικά. Με κοίταξες κι όπως στεκόμασταν απέναντι σου φάνηκα γνώριμη. Τα περιγράμματά μας ταιριάξανε κι εσύ τρόμαξες γιατί σου έφερνα στο μυαλό την συνέχεια και την εξέλιξη. Το άγνωστο και η φθορά. Η προσδοκία. Επιτέλους σε κοίταξα κι εγώ και τα μάτια μας ενώθηκαν. Ίδια στο χρώμα, μα τα δικά μου λίγο πιο κουρασμένα, με μια ρυτίδα. Πιο ξένα. Πιο αλλοτριωμένα. Και τρόμαξα κι εγώ από νοσταλγία. Η βίαια απόρριψη του ανώριμου και η επιθετική ώθηση για να σηκωθείς στα πόδια σου, οι κραυγές της επαγρύπνησης με τρόμαξαν ξαφνικά.
  Άνοιξες την χούφτα σου και ζαλισμένο ίσιωσες το χαρτί. Διάβασες:
"Πρώτη Συνεδρίαση
Τρίτη 6 Ιουλίου 1976, ώρα 10.00 - 13.00
Ton Lutz (Ολλανδία)
- Ηλέκτρα: από κάποιον που στα αρχαία χρόνια τον οδηγούσε η κλασική Μοίρα φτάσαμε στον σημερινό απόβλητο που από την απελπισία του γίνεται αδίστακτος, στον πρόσφυγα, σ'αυτον που δεν έχει θέση στο ίδιο του το τραπέζι, όπως δεν έχουν τόσοι άνθρωποι στις μέρες μας... και πιο μετά: σε ποιο κοινό απευθυνόματε; και: η σιωπή έχει κάποτε μεγαλύτερη ποιητική και δραματική δύναμη από τον λόγο"

  Και σου φάνηκαν όλα, άγνωστες λέξεις. Γιατί έτσι μας φαίνεται η πορεία μας. Τότε που τα περιγράμματά μας θα ταιριάξουν απόλυτα και τα μάτια μας θα μετράνε τις ίδιες εικόνες και τα ίδια σημάδια, πάλι άγνωστες θα είναι οι λέξεις. Και όταν τα μάτια σου θα με προσπεράσουν και θα τα αγκαλιάζουν πιο πολλές ρυτίδες, πάλι άγνωστες.  

  
 

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Στο σπίτι μου

Στο σπίτι μου τα τζάμια θα περιγράφονται από άσπρα ξύλα και θα θολώνουν περιμετρικά από τα χνότα του χιονιού. Στο ξύλινο πάτωμα θα αντηχούν λουστραρισμένα παπούτσια ανδρικά και τακούνια από ταινίες εποχής. Η σκάλα θα είναι στενή, ίσα που να χωρέσεις σκυφτός να περάσεις. Στο σπίτι μου το πρωί θα παίζει το ραδιόφωνο που θα μοιάζει με έπιπλο ολόκληρο και θα ντύνει τις μέρες μου. Τα απογεύματα τα βινύλια θα αντηχούν σε όλη την γειτονιά, όπου δεν θα έχεις δει ποτέ κανέναν. Το τζάκι θα δουλεύει ακούραστο και όταν σβήνει θα μυρίζει σαν σπίρτο. Το σπίτι μου θα έχει σκουριασμένες λαμαρίνες στα περβάζια για να κάνει αίσθηση η κάθε σταγόνα της βροχής. Τα φλιτζάνια θα ακούγονται πάνω στα πιάτα. Τα κουτάλια θα ακούγονται καθώς αγγίζουν τον εμαγιέ πάτο του μπρικιού και ο καφές θα υποτάσσει κτητικά την περιρέουσα μυρωδιά. Στο σπίτι μου θα υπάρχει πάντα ένα έλατο και θα επινοώ έπιπλα από σκισμένες γραμμές μέσα σε τσαλακωμένα χαρτιά. Θα έχω πολλούς άδειους τοίχους για να γράφω νοήματα, μα δεν θα τους πειράζω γιατί θα έχω μεγαλώσει και θα τα έχω εμπεδώσει. Στο πατάρι θα φιλοξενώ όλα μου τα προσεχώς, για λίγο, μέχρι να ενσαρκωθούν.