Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Σώματα

  Υπάρχει ένα σώμα. Ένα σώμα που συναπαρτίζεται από κατοχυρωμένα δικαιώματα, απωθημένα που καλλιεργούνται από αφηγήσεις των παρελθόντων χρόνων, πρότυπα, απαιτήσεις και προσδοκίες. Υπάρχουν πολλά τέτοια σώματα. Τέτοια σώματα βγαίνουν έξω για να γνωριστούν, να λυθούν, να ενωθούν και ύστερα να απωθηθούν σαν μαγνήτες, ώσπου να βρουν ένα άλλο σώμα που να χωράει στο περίγραμμα του σχεδίασαν.
  Μηχανικά τα σώματα έρχονται και παρέρχονται. Μπαίνουν και βγαίνουν σε ενώσεις. Όλα είναι μαθηματικά στο τέλος. Τα σώματα που φοβούνται να γδυθούν και να αντικρύσουν άλλα γυμνά σώματα, επιστρατεύουν την λογική των αριθμών, των συν και των πλην, ώστε να είναι σίγουρα ότι το άλλο σώμα δεν θα καταχρασθεί την γύμνια τους. 
  Σε αυτά τα σώματα, όμως, δεν ισχύει η λογική της αυτοπροστασίας. Τα σώματα αυτά δεν κρύωσαν γυμνά, με αποτέλεσμα να ντυθούν. Άκουσαν ότι μπορεί να κρυώσουν, ή να ρεζιλευτούν ή κάτι άσχημο να συμβεί και δεν έβγαλαν εξαρχής, ούτε ένα ρούχο. Τα σώματα αυτά έψαχναν να δικαιολογηθούν, να πουν γιατί παρέμεναν κουμπωμένα, και με άγαρμπες και αμήχανες κινήσεις παρουσίασαν το πρόσχημα του δικαιώματος, έδωσαν έμφαση στην έννοια του δικαιώματος, να παραμείνουν ντυμένα. 
    Τα σώματα που φοβόντουσαν να εκτεθούν μπροστά σε άλλα, ζήτησαν από εκείνα, που έστεκαν απέναντί τους να πετάξουν όλα τους τα ρούχα και τα περιβλήματα. Το απαίτησαν, ως αντάλλαγμα - προϋπόθεση της ένωσής τους. Τότε, τα ντυμένα σώματα ξεψάχνισαν τα γδυτά, για κάθε ψεγάδι και κάθε σημείο που ίσως να τα δυσαρεστούσε στο μέλλον. Και στο μυαλό τους, τα σημεία αυτά μεγάλωναν και μεγάλωναν σαν χέρια που τελικά τους έπνιγαν. Και τα ντυμένα σώματα γινόντουσαν εχθρικά. Προστατεύονταν, χωρίς κανένα χέρι να έχει απλωθεί προς το μέρος τους. 
  Γινόντουσαν εχθρικά στην ιδέα της πιθανότητας, και χτυπούσαν τα γδυμένα και πιθανώς επικίνδυνα σώματα. Τα έγδερναν, τα γέμιζαν αίμα, τους αλλοίωναν τα χαρακτηριστικά, ξεθώριαζαν το χρώμα τους ώσπου να αποκτήσουν μια εικόνα απωθητική πρώτα για τα ντυμένα σώματα που κατάφερναν να "υπερνικήσουν κάθε ενδεχόμενο κίνδυνο", να τον "προλάβουν" και ύστερα για τον ίδιο τους τον εαυτό.
  Τα σώματα που γδύθηκαν και ήταν πρόθυμα εξαρχής να δοθούν χωρίς αριθμητικές σκέψεις, χωρίς φιλτράρισμα, ύστερα από αυτού του είδους την απόρριψη, είδαν τα είδωλά τους από γραμωμμένα, ικανά να τρέξουν τις σημαντικότερες αποστάσεις, και να αψηφήσουν τους τρομερότερους κινδύνους, να αδυνατίζουν, να γερνούν και να ντρέπονται για την απροκάλυπτη γύμνια τους. 
  Τα σώματα που ξεκίνησαν γυμνά και περήφανα, αγγίζουν. Και το άγγιγμά τους περιέχει εκτοπισμένες αρθρώσεις, που αποπροσανατολίστηκαν καθώς άλλα σώματα τις έδιωξαν από τα κουμπιά που ίσως να ξεκούμπωναν. Τα γυμνά σώματα μυρίζουν. Μυρίζουν έντονα και αδιάκριτα, προκαλώντας ακόμη και αλλεργία σε ανίδεες μύτες, επειδή άλλα σώματα τα ψέκασαν για να τα αντιλαμβάνονται από το προειδοποιητικό άρωμα. Τα γυμνά σώματα φιλούν. Φιλούν και τα φιλιά δεν είναι δικά τους. Είναι δαγκώματα και λιγμοί. Μέσα από σκασμένα χείλη που έσκασαν ώστε να προειδοποιούν ότι μπορεί το περίγραμμα να τους στενέψει.
  Τα γυμνά σώματα ανοίγουν, και "συντάσουν" στο μέσα τους, όλα αυτά τα βιώματα. Κλείνουν ως ένα νέο σώμα. Μαθηματικά εμπεριστατωμένο. Ένα νέο σώμα που ντύνεται πλέον εξαρχής και που δεν αναζητά ένα ετερώνυμο για να ενωθεί μαζί του. 
  Τα ντυμένα σώματα αλληλεπιδρούν. Φευγαλέα αγγίγματα και βλέμματα, ανίκανα να γδύσουν και να ταπεινώσουν. Τα ντυμένα σώματα σκεπάζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και αναζητούν την ηδονή, χωρίς να βλέπουν ποιος τους την προσφέρει, σε ποιον την προσφέρουν. Οι πράξεις αποδεικνύουν, οι αριθμοί τρέχουν και τα φερμουάρ ανεβαίνουν. 
  Σώματα μονάδες που έρχονται και παρέρχονται, μαγνητίζονται και απωθούνται, ώσπου να απομαγνητιστούν εντελώς. Σώματα - μηχανήματα που καταργούν την έννοια της εγγύτητας. Σώματα αδέσμευτα, από φόβο που διστάζουν να παραδεχτούν. Σώματα που πληγώνουν για να μην πληγωθούν. Σώματα μηχανές. Μηχανές που χωρούν σε περιγράμματα. Μηχανές που σχεδιάζουν τα δικά τους περιγράμματα. Μηχανές που κάποτε η μπαταρία τους θα τελειώσει. Δεν πρέπει κάποτε η μπαταρία τους να τελειώσει;


Ναύπλιο - Nafplio



Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

ποτήρια με κρασί σε άδειους δρόμους

  Μουτζουρωμένα μάτια, η τσάντα που μπλέκεται στα μαλλιά σου το λουρί της και ένα κασκόλ που μια σε πνίγει, μια σκουπίζει το πάτωμα. Ρούχα που μυρίζουν τσιγάρο. Δεν μυρίζουν καπνό. Πάντα σου άρεσε το κατευναστικό άρωμα του καπνού, όχι όμως η ψευδαίσθηση που αφήνει φεύγοντας. Εκείνο το κατακάθι που βρωμώντας, σε προειδοποιεί ότι κάτι δίνεις για να πάρεις ηρεμία. Κάθε εξάρτηση προχωράει δεμένη με ιατρικές και "ηθικές" παρενέργειες. Όταν όμως είσαι ανίκανος να κρίνεις το ηθικό και το ανήθικο, γιατί είναι νωρίς, γιατί είναι εν τη εξελίξει, είτε γιατί είναι πολύ αργά, η πικρή μυρωδιά μόνο ένα ένστικτο μπορεί να σου δημιουργήσει που θα παραμείνει ανεξερεύνητο.
  Το τελευταίο τραγούδι που θα ακούσεις στο ραδιόφωνο, ή στο ipod μέχρι να βρεθείς στο κατώφλι του σπιτιού σου. Παραπάτημα, πρώτα από το κρασί και μετά από ώρες, όταν εκείνο εξατμίζεται, από την νύστα που αρχίζει ωστόσο να υποτάσσεται και να μην μοιάζει τόσο επιτακτική. Το καλσόν που ποτέ δεν επιβιώνει περισσότερο από μια έξοδο.
  Μπροστά στον καθρέφτη, λες πως κάθε βράδυ που γυρνάς, μοιάζεις με μια εκφυλισμένη εκδοχή της όψης που είχες πριν.
  Παρότι η νύχτα φαίνεται να έχει μια φθοροποιό επίδραση στο σώμα σου, την επιλέγεις για τον ακριβώς αντίθετο χαρακτήρα από αυτόν που δείχνει. Για εκείνη την μετριαστική της ικανότητα εναντίον κάθε είδους αγωνίας και ανεξήγητης προοπτικής. Για τα άδεια σοκάκια που περιβάλλονται από χρωματισμένα κατεβασμένα στόρια.
  Μια πόλη που κοιμάται, είναι μια πόλη ανίκανη να βιάσει την ψυχή σου. Μια πόλη που, παρότι θα ρίξει στάχτη στα ρούχα σου, θα μπλέξει τα μαλλιά σου, θα ατονίσει το κόκκινο στα χείλη σου, δεν θα διακορεύσει την ηρεμία που αποζητάς. Μια πόλη που κοιμάται, είναι μια πόλη ακίνδυνη. Που θα σεβαστεί τους ρυθμούς σου, όσο κι εσύ δεν της ζητάς περισσότερα από όσα είναι σε θέση να σου δώσει.




Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

#12fgr 12/02/2012

  Ξέρεις αυτό το αίσθημα που έχεις όταν βλέπεις μια ταινία που δεν θέλεις να δεις τι γίνεται μετά; Ποιος πέθανε, ποιος δικαιώθηκε; Αυτό το βάρος έχεις τώρα. Της άγνοιας. Της ανικανότητας να βρεις τη δύναμη να σχεδιάσεις πώς θα επιζήσεις.
  Σου θυμίζει κάτι. Τότε που σε είχαν πάει κουβαλητή σε ταυρομαχίες και το μόνο που μπορούσες να κάνεις είναι να βρίζεις σιωπηλά. Κανένας δεν μπορούσε να επέμβει και να σώσει τους ταύρους που τελικά θυσιάζονταν στο όνομα της ματαιοδοξίας των ταυρομάχων με τα φούξια κολάν. Αυτούς τους ταυρομάχους είδες και σήμερα.
  Επιστράτευαν πιόνια τους, με ασπίδες προστασίας, ικανά να τρέξουν και να γλιτώσουν το χτύπημα των κεράτων, τα οποία κάρφωναν τον ταύρο όταν εκείνος δεν κοίταζε. Ερχόντουσαν ύπουλα από πίσω και τον κάρφωναν με χαιρεκακία, με κάτι καρφιά που μένανε στη σάρκα του, σαν αγκίστρια. Και το χειρότερο; Από τα καρφιά αυτά, κρέμονταν χρωματιστές κορδέλες. Θα έλεγες ακόμη, πώς φάνταζαν χαρούμενες.
  Όταν ο ταύρος έχανε το σθένος του, και παραπατούσε, έμπαινε μέσα ο περήφανος ταυρομάχος. Γιατί περήφανος; Οι άλλοι δεν είχαν κάνει όλη την δουλειά; Και εκείνος έμοιαζε με τις απομιμήσεις του. Είχαν όλοι την ίδια επιτηδευμένη ηρεμία, που έφτανε ένα σκίρτημα του ταύρου για να την μετριάσει. Στην πρώτη ευκαιρία, ο ταυρομάχος κάρφωνε με ένα μαχαίρι τον ταύρο κάπου στην ράχη του και έσπευδε να τον ξεγελάσει με το περίφημο κόκκινο σεντόνι του. Κάτω από αυτό, έκρυβε το σπαθί και ξανακάρφωνε με την πρώτη ευκαιρία.
  Χαμογελούσε συνέχεια, με ένα τρεμμάμενο χαμόγελο καθώς κάρφωνε ξανά και ξανά την ράχη του ξεγελασμένου ζώου, μέχρι να το γονατίσει. Τελικά, εκείνο έσκαγε στο χώμα άψυχο και κακοποιημένο. Ο ταυρομάχος, λοιπόν, αναθάρρευε βλέποντας το ζώο σωριασμένο και ακίνδυνο και του έκοβε το αυτί. Πλησίαζε τότε τις κερκύδες, και έκανε γύρους τινάζοντας με έμφαση το χέρι του και καταφεύγοντας σε διαρκείς υποκλίσεις.
  Είχε εκπληρώσει τον αρχικό του στόχο περίφημα και χαιρόταν για αυτό. Χαμογελούσε απροκάλυπτα και έπαιρνε μια έκφραση σχεδόν ηδονική στο χειροκρότημα των παχύσαρκων Βαρκελωνέζων που κρατούσαν μπύρες και δελτία στοιχήματος.
  Και τώρα πάει δύο το ξημέρωμα. Η συνεδρίαση λύθηκε. Το βάρος στο στήθος σου δεν λέει να ελαφρύνει. Γιατί μόνο να σκέφτεσαι κατάφερες. Να σκέφτεσαι ότι κάποτε δεν ήθελες να εγκαταλείψεις αυτή τη χώρα. Γιατί σέβεσαι τους αγώνες των προηγουμένων. Και θα ήθελες να βρεις το θάρρος να κάνεις κάτι αντάξιο. Κάτι που να δείχνει πως τους σεβάστηκες.
  Μα δεν το βρήκες. Δεν τα κατάφερες. Και το μέλλον είναι πλέον προδιαγεγραμμένο. Οι παππούδες σου θα χάνουν την αξιοπρέπειά τους καθώς θα ζητάνε βερεσέδες όπως τότε στην κατοχή. Εσύ θα τρέφεσαι από τους γονείς με έναν μισθό χαρτζιλίκι, και θα τους καταδικάζεις σε μια συνεχή αγωνία να σε συντηρούν. Οικογένεια δεν θα κάνεις, γιατί οι γονείς σου δεν θα έχουν να πληρώνουν και τα εγγόνια τους. Κρίμα που τα χρήματα έφτασαν να καθορίζουν την ευτυχία μας. Εάν αποφασίσεις να εξοριστείς, όπου κι αν πας θα έχουν προαναγγείλει την άφιξή σου. Και θα σε αποκαλούν κλέφτη, απατεώνα και αποτυχημένο.
  Αυτό το βάρος, σου λέει ότι κάποιος πέθανε. Ο εαυτός που θα έχτιζες αυτόβουλα. Αυτός που θα ήσουν. Αν τα κατάφερνες, να τον προστατεύσεις. Μα δεν τα κατάφερες.
   Και ο ταυρομάχος θα συνεχίσει να περιφέρεται με την οργασμικά ικανοποιημένη του όψη γύρω από την σωρό του νεκρού εαυτού που δεν πρόλαβε να γευτεί την αντάρα της αγωνίας μιας τρωτής σάρκας. 

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

άτιτλο

  Κάτι στιγμές που θέλεις να μαζέψεις και να τις κρύψεις κάπου καλά, για να τις έχεις ως σημεία αναφοράς. Κάτι εικόνες. Θα τις έβγαζες φωτογραφία. Όμως δεν είσαι καλή στο να χειρίζεσαι τις μηχανές. Οπότε κάπου γράφεις κάτι από αυτές, για να πυροδοτείς συνειρμούς. 
  Να ανοίγεις το παράθυρο το επόμενο πρωί, σε ένα άδειο δωμάτιο, που ακόμη τριβελίζεται στον απόηχο της περασμένης παρουσίας. 
  Να αφήνεις ένα σχεδόν σβηστό φως ανοιχτό, αρκετό για να περιγράψει τα αντικείμενα στον χώρο και να δώσει μια ιδέα από τις μορφές στις φωτογραφίες, χωρίς να τις απογυμνώνει. 
  Μια βόλτα με σκηνικό έναν ζωντανό δρόμο, ακριβώς την ώρα που ξεκουράζεται. Με τα χρωματισμένα σκουριασμένα στόρια να περιβάλλουν τις ζωντανές αύρες. 
  Κάτι αποτσίγαρα με λίγο ακόμη καπνό ανεκμετάλλευτο. Αυτό το κάτι που θα μπορούσε να γίνει ευχάριστη εισπνοή, μα που κάποιος βιάστηκε και το έλιωσε με την κουρασμένη σόλα του παπουτσιού του. Ή με ένα τακούνι. Δεν έχει φύλο η εγκατάλειψη.
  Οι "εραστές" απ' το Πεθαίνοντας στην Αθήνα, που σε κρατούν στην αποβάθρα του μετρό ακόμη κι όταν φτάνει το τρένο. Κι όταν φεύγει.
  Κάτι στιγμές που ξεκλέβεις μόνος σου μπροστά στο μουσείο μοντέρνας τέχνης της Βαρκελώνης, μακριά από όλους όσους σου λένε τι θα μπορούσες να κάνεις καλύτερα, διαφορετικά από το ένστικτό σου που δεν είναι αρκετό.
  Τότε που δεν αποζητάς τέτοιες στιγμές αλλά το ένστικτό σου μιλάει σωστά, νομίζεις.
  Όταν γυρνάς για πρώτη φορά, όσο πιο αργά, στο δικό σου σπίτι, χωρίς εξηγήσεις και δικαιολογίες. Όταν ξέρεις ότι έχεις την επιλογή του δικού σου σπιτιού, ακόμη και όταν οι δικαιολογίες δεν σου φαίνονται και τόσο παρεμβατικές.
  Ο αρχικά άδειος σταθμός στα Παλαιοφάρσαλα, πηγαίνοντας προς Τρίκαλα για μια συναυλία και οι διακριτικοί αναμένοντες που θα σεβαστούν την ησυχία. Το ξενύχτι και το ταξίδι του γυρισμού το άλλο πρωί.
  Να θέλεις να χοροπηδάς στο ξάγρυπνο σαλόνι σου, μέχρι να σου φύγει η υπερένταση.