Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Μεγαλώσαμε στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου

  Μεγαλώσαμε στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου, σε κάτι ψάθινες καρέκλες στις ταβέρνες, κάτω από τα σκεπάσματα στο πρώτο μας δωμάτιο. Τα πρώτα μας βήματα, τα κάναμε καθώς μας έσερναν σε κάτι βόλτες εκπαιδευτικές, να κρεμόμαστε από το ένα χέρι και με τα μάτια κάτω να μετράμε τα πλακάκια μέχρι να φτάσουμε κάπου να ξεκουραστούμε. Τους πρώτους μας καβγάδες, τους απέτρεψαν τα υπονοούμενα των γονιών μας, τα οποία υπόσχονταν δικαίωση, κάποτε πιο μετά. Τις πρώτες μας ιστορίες, τις μάθαμε  από τους πρωταγωνιστές τους, τότε που μέναμε άγρυπνοι για δέκα λεπτά ακόμη. Τα πιο σπουδαία διδάγματα, σταματήσαμε να τα ακούμε τόσο ξαφνικά που βούιζαν για χρόνια μέσα στα αυτιά μας. Το πρώτο μας υπεύθυνο περίγραμμα, το χτίσαμε ανάμεσα στα βλέφαρα ξένων που έγιναν γνωστοί και το θεμελιώσαμε με τα αγγίγματά τους. Το πρόσωπό μας το σχηματίσαμε σε κάτι υποψίες που έβρεξαν τον πρώτο συμβολισμό που αποκρυπτογραφήσαμε. Την πρώτη μας εμπιστοσύνη, την δείξαμε σε ό,τι θύμιζε κάτι απ’ τα διδάγματά μας. Τον εαυτό μας τον ονειρευτήκαμε και τον σκηνοθετήσαμε, ανάμεσα σε χίλια δυο που ξέραμε, ότι δεν έφταναν για να μας ορίσουν. Τον ρόλο μας τον εξασκήσαμε σε κάτι εξόδους συγκαταβατικές, που ξέραμε ότι δεν θα μας αρκούσαν. Περιμένοντας την μεγάλη έξοδο, βαφτίσαμε τα πρώτα μας βράδια πρόβες και τα λήξαμε γρήγορα. Όταν ήρθε η ώρα της μεγάλης εξόδου, ξεκινήσαμε φοβισμένοι, ύστερα παγώσαμε και συνέχισε το περίγραμμά μας. Ήρθαν άνθρωποι, μας πλαισίωσαν, ησυχάσαμε ότι δεν είχαμε χάσει τον δρόμο. Ύστερα ήρθαν κι άλλα μάτια, κι άλλα αγγίγματα, διαφορετικά, καλύτερα ή χειρότερα από τα πρώτα μας. Και ήρθαν και οι στιγμές που έπρεπε να πούμε τι μάθαμε από διδάγματα. Κι όσα κι αν θυμόμασταν, η επιβεβαίωση ότι η παύση των διδαγμάτων ήταν η πιο σωστή, αποτελούσε το τελευταίο πόρισμα. Ύστερα από αυτό, δεν συνεχίσαμε. Παραμείναμε παγωμένοι, μετά την προσμονή και πριν την δράση. Και οι στιγμές μας έμοιαζαν δανεισμένες από τα πρώτα μας νανουρίσματα, οι έρωτές μας παροδικοί και ξαναϊδωμένοι, «πολύ πριν γεννηθούμε εμείς», οι ιδέες μας κορεσμένες και αποτυχημένες και οι ανάσες μας ελεγχόμενες και προβλεπόμενες να επαναλαμβάνονται καταδικασμένες σε έναν ρυθμό που να μας προειδοποιεί και να μας προστατεύει, από τις ψευδαισθήσεις που οι μεγαλύτεροι, κατάφεραν πια να ξεσκεπάσουν.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Τις πιο γερές μας αντιστάσεις

  Τις πιο γερές μας αντιστάσεις,
τις χτίζουμε με την απόσταση.
Μόλις χάσουμε το όνομά μας
και μόλις πάψουμε να διεκδικούμε συνειρμούς,
γύρω από την ταυτότητά μας.

  Τα βέβαιά μας βήματα,
συμβαίνουν τυχαία.
Σε εκείνες τις ενδιάμεσες νησίδες,
τις αποκομμένες από όσα θέλουμε να φορέσουμε,
από τις μεγάλες μας στιγμές.

  Τα σταθερά μας συνθήματα,
δεν γράφονται μα χτίζονται.
Πάνω από χιλιάδες άλλες λέξεις
στους τοίχους του δωματίου
που όλο και παχαίνουν,
κλέβοντας τον χώρο μας.

  Τις πιο γερές αλήθειες μας,
τις απελευθερώνουμε.
Σε επαναλαμβανόμενες εισπνοές και εκπνοές,
μέσα σε άδεια βαγόνια τρένων,
που δεν μας βλέπει κανείς.

  Τις πιο γερές ασπίδες μας,
 τις δένουμε με ψέματα,
μπροστά σε πλάτες που λύνονται,
κάποιες βραδιές, σαν το νερό
και σαν τη θάλασσα, που μας λυτρώνει.

   Τα πιο γερά μας όνειρα,
περνάμε τις ζωές μας να τα σκηνοθετούμε,
παλεύοντας με μιαν αυλαία,
που όλο και βαραίνει,
μήπως την προλάβουμε,
φιλόξενη και ξένη.


Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Πρόλογος Μ. Πλωρίτη για το Γλυκό πουλί της νιότης του T. Williams

ΓΛΥΚΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ
ΤΕΝΕΣΣΗ ΟΥΪΛΛΙΑΜΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
  Εύκολα λογοπαίζοντας, λένε οι Αμερικάνοι πως ο Τενεσσή Ουϊλλιαμς είναι "ένας από τους λίγους τυχερούς που στήριξαν μια τεράστια επιτυχία στην Αποτυχία". Και, το δίχως άλλο, τα έργα του Ουϊλλιαμς δραματοποιούν όλα, θρηνητικά, την αποτυχία και τους αποτυχημένους, τα όνειρα και τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και τη μάταιη προσδοκία τους. Ωστόσο, ο αφορισμός αυτός παραγνωρίζει ένα άλλο βασικό στοιχείο του έργου του - ένα στοιχείο που, στο Γλυκό πουλί της νιότης, παίρνει επίμονα, βασανιστικά, τον πρώτο ρόλο: το στοιχείο του Χρόνου.

  Από τα πρώτα του βήματα, από τα νεανικά του ακόμα μονόπρακτα, ο Χρόνος και η Αποτυχία στοιχειώνουν το έργο του Ουϊλλιαμς. Είναι οι δίδυμοι εχθροί, που λεηλατούν, ερημώνουν, αφανίζουν τη ζωή, κι ο ένας δεν υπάρχει σαν δραματικό στοιχείο χωρίς τον άλλον. Ο Χρόνος, ο "γερο-κλέφτης με το αθόρυβο βήμα", διαβρώνει, υπονομεύει, ξεσκίζει, σωριάζει καταγής τα νιάτα, τα όνειρα, τις ελπίδες, τις προσπάθειες, υψώνοντας στη θέση τους το σαρδονικό σκιάχτρο της Αποτυχίας. Όλες οι ηρωίδες του Ουϊλλιαμς - η Αμάντα κι η Λάουρα του Γυάλινου Κόσμου, η Μπλάνς του Λεωφορείου ο Πόθος, η Άλμα του Καλοκαίρι και καταχνιά - καταρρέουν μέσα στα νύχια αυτού του "φαλακρού νεκροθάφτη". Το ίδιο και η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο κι ο Τσανς Γουαίην, τα κύρια πρόσωπα του Γλυκού πουλιού της νιότης.

  Μόνο που οι δύο αυτοί έχουν, απ' την πρώτη στιγμή του έργου, επίγνωση της καταστροφικής επιδρομής του Χρόνου. Οι άλλες θλιβερές ηρωίδες του Ουϊλλιαμς ζουν, λίγο-πολύ, μέσα σε φαντασιώσεις, προσπαθώντας να ξεγελάσουν τους άλλους και τον εαυτό τους. Και μόνο στο τέλος προσγειώνονται οδυνηρά στην πραγματικότητα. Αντίθετα, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο κι ο Τσανς Γουαίην ξέρουν καλά από την αρχή, βλέπουν ολοκάθαρα τις συνέπειες του Χρόνου και στις δύο διαστάσεις του: Παρελθόν και Μέλλον. Το δράμα δεν γεννιέται, εδώ - όπως στ' άλλα έργα - απ' την αποκάλυψη της προσγείωσης. Μα απ' την απελπισμένη προσπάθεια των ηρώων να ξεφύγουν τις αρπαγές της. Το Γλυκό πουλί της νιότης αρχίζει εκεί όπου τελειώνουν τ' άλλα έργα της λυγρής πινακοθήκης του Ουϊλλιαμς.

  Διάσημη, άλλοτε ηθοποιός του κινηματογράφου, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο αποτραβήχτηκε απ' την οθόνη όταν άρχισαν να την παίρνουν τα χρόνια. Επειδή "ήξερε," όπως λέει, "στο βάθος της καρδιάς της πώς ο θρύλος της δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τη βιτρίνα της νιότης". Τρομαγμένη, αλαφιασμένη μπρός στο χαμό της νιότης, δε βρήκε άλλη διέξοδο από τη φυγή. "Ο φόβος και η φυγή," λέει κάπου αλλού ο Ουϊλλιαμ, "είναι τα δύο μικρά θηρία που κυνηγάει το ένα την ουρά του άλλου μέσα στο περιδινούμενο συρματένιο κλουβί του νευρικού μας κόσμου". Έτσι, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο αποτραβήχτηκε "στο φεγγάρι... μα σ' αυτή την παγερή, παγωμένη χώρα, άρχισε να της πνίγει την ανάσα ο καιρός, που 'ρχόταν ύστερα από άλλον καιρό, χωρίς να περιμένεις πως θα 'ρθει". Και για ν' ανασάνει, να παρηγορηθεί, να ξεχάσει, για "ν΄ αποκοιμήσει την τίγρη που λυσσομανούσε μέσ' στα νεύρα της", ρίχτηκε στον αγορασμένο έρωτα με νεαρούς ζιγκολό και στην τεχνητή λήθη των ναρκωτικών. Αλλά η Αλεκάντα Ντελ Λάγκο δεν ξεγελιέται ούτε στιγμή: έχει αδιάκοπα μπροστά της την "τρομαχτική ιστορία της ζωής της" και την τύχη που την περιμένει. Η εμπειρία της είναι ο πόνος της - "προτιθείσα γνώσιν, προσέθετο άλγημα"...

  Ο Τσανς Γουαίην είναι ο τελευταίος από τους νεαρούς εραστές της. Φτωχός, χωρίς ταλέντο, δεν έχει άλλο εφόδιο από την ομορφιά και τα νιάτα του. Η άμετρη φιλοδοξία του στηρίχτηκε σ' αυτά τα δύο για να του δώσει μια θέση στον ήλιο και θέση που την ποθεί τρανή: μεγάλη δόξα, απ' τη μια - να γίνει "σταρ" στο Χόλλυγουντ -, έρωταα αληθινό και κοινωνική θέση, απ' την άλλη - να παντρευτεί την πλούσια παιδική του αγαπημένη, την Χέβενλυ. Αλλά ο Τσανς κουβαλάει μέσα του την "πέμπτη φάλαγγα", που υπονομεύει όλα του τα στοιχεία: το ταλέντο του είναι ασήμαντο, ο χαρακτήρας του αδύναμος, τα μέσα του όλα αντιστρόφως ανάλογα με τους πόθους του. Στον μάταιο αγώνα του για επιβίωση και κοινωνική επιβολή, προσφέρει το κορμί του σε μοναχικές, παρακμασμένες κυρίες του πλούτου - που τον χρησιμοποιούν σαν παυσίπονο και τον απορρίχνουν όταν τους είναι άχρηστος πια. Και στη δική του "πέμπτη φάλαγγα", έρχονται σε λίγο να προστεθούν οι εξωτερικοί εχθροί: η αναλγησία των ανθρώπων (όπως ο πατέρας της Χέβενλυ) και, προπάντων, ο μέγας εχθρός, ο Χρόνος. Αυτός αρχίζει να τον απογυμνώνει απ' τα μοναδικά του όπλα: τα νιάτα και τη γοητεία του. Τα "ροκανίζει και τα τρώει, όπως η αλεπού τρώει το πόδι της που πιάστηκε στο δόκανο, κι έπειτα, με το πόδι φαγωμένο, λεύτερη, δε μπορεί να τρέξει, δε μπορεί να φύγει, ματώνει, ματώνει και πεθαίνει"...

  Έτσι, η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο κι ο Τσανς Γουαίην είναι κι οι δύο θύματα του Χρόνου, του "ατελείωτα ηλίθιου, που τρέχει ουρλιάζοντας γύρω απ' τον κόσμο", του "μαρκόσυρτου δυναμίτη που τινάζει τον κόσμο όπου ζήσαμε σε χιλιάδες καρβουνιασμένα κομμάτια". Μόνο που, για την πρώτη, ο Χρόνος μεταμορφώνει τη μεγάλη επιτυχία σε αποτυχία, ενώ για τον δεύτερο, σκοτώνει κάθε ελπίδα ν' αγγίξει την επιτυχία που δεν γνώρισε ποτέ. Αυτή την επιτυχία, που ήταν και για τους δυο το άλας της ζωής - και δεν ξέρεις ποιον απ' τους δύο να συμπονέσεις περισσότερο: Εκείνην, που την είχε και την έχασε, η Εκείνον, που όλο τη ζύγωνε και δεν την έφτασε ποτέ;

  Στην κρίσιμη ώρα της ζωής τους - όταν η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο φτάνει στο ναδίρ της κατάπτωσης κι ο Τσανς Γουαίην στην ύστατη άκρια των μάταιων ελπίδων - οι δύο αυτοί λεηλατημένοι βρίσκονται μαζί. Προσπαθούν, μια στιγμή, να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, για να ξεφύγουν την απόγνωση της ερημιάς. Αλλά τα χέρια τους είναι αγκυλωμένα απ' τον εγωισμό, δεν ξέρουν ν' απλώνονται στο γείτονά τους. Και τότε "ουαί αυτω τω ενί όταν πέση καί μή η δεύτερος εγειραι αυτόν". Μένουν μόνοι με τη μοίρα τους και με την απόγνωσή τους. Για την Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο, που έχει ταλέντο και προσωπικότητα, υπάρχει ακόμα μια στροφή ελπίδας - πρόσκαιρη, αλλά υπάρχει. Για τον Τσανς, που δεν έχει τίποτα, δεν υπάρχει πια καμία...

  Όπως σε κάθε έργο του Ουϊλλιαμς, βρίσκονται και στο Γλυκό πουλί της νιότης πολλά συμβολικά στοιχεία. Περισσότερα, μάλιστα, παρά ποτέ. Ο ήρωας του έργου δεν στηρίζει τις φιλοδοξίες του παρά σε δώρα που τα χρωστάει μόνο στην Τύχη: την ομορφιά και τη γοητεία του. Γι' αυτό και τ' όνομά του "Τσανς", που θα πει Τύχη. Αλλά οι γιοι και τα γεννήματα της Τύχης, από την Τύχη αφανίζονται. Και τον Τσανς θα τον συντρίψουν τυχαία περιστατικά, που είναι πολύ αδύναμος για να τα ξεπεράσει. Αυτή του η αδυναμία και αυτή η τυχαιότητα θα τον χωρίσουν για πάντα από την "Χέβενλυ", την "Ουράνια" αγαπημένη, τον αγνό, τίμιο Ουρανό, που ποθεί (όπως όλοι μας) ν' αποχτήσει, μα που τον μολύνει ο ίδιος όταν τον αγγίζει.Και μολύνοντάς τον, καταστρέφεται κι αυτός μαζί του... Πίσω απ' τον ώμο των δύο νέων, υψώνεται - σύμβολο της Επιτυχίας, της Αποτυχίας και της Μοίρας - η Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο. Είναι, θα έλεγες, όχι μόνο το θύμα, αλλά και η προσωποποίηση του Χρόνου. Που σέρνει μαζί του τον θρίαμβο και την ήττα, τη δύναμη και τη ματαιότητα, και που, φθείροντας τους άλλους, φθείρει αδιάκοπα τον ίδιο τον εαυτό του...

  Έτσι, το Γλυκό πουλί της νιότης, πέρ' απ' την "υπόθεσή" του, πέρ' απ' την βιαιότητά του, πέρ' απ' τα επικαιρικά και τοπικά στοιχεία του, παίρνει τελικά τη μορφή σύγχρονης Αλληγορίας γύρω στο Χρόνο - στο Χρόνο με τα μύρια προσωπεία του, τα γελαστά και ματωμένα, το Χρόνο, τον ανελέητο εχθρό, που υπάρχει μέσα στον καθένα μας και κατατρώγει όλων μας τα σπλάχνα...

Μ. ΠΛΩΡΙΤΗΣ 
 
  (Tenessee Williams - Γλυκό πουλί της νιότης / Εκδόσεις "Δωδώνη" Αθήνα - Γιάννινα 1990)

(Θέατρο "Αθηνά", 1980: Μίρκα Παπακωνσταντίνου)


Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Άνοια


  Η άνοια αλλοιώνει τους ανθρώπους σου. Δεν είναι όπως τους άφησες μια μέρα στη φαντασία σου. Χάνουν, λες, το μυαλό τους. Χάνουν αυτό που ήταν. Πού και πού επανέρχονται για λίγα μόνο λεπτά κι ύστερα ξαναβυθίζονται στο σκότος των αναμνήσεων που αχρηστεύονται, μέσα στις ίδιες ερωτήσεις, σε εξοργισμένα βλέμματα των παιδιών τους, σε ερωτήσεις με τόνο που θα άρμοζε σ' ένα μωρό, ανίκανο να επικοινωνήσει και να προσβληθεί. Η άνοια κλέβει, τους ανθρώπους σου.

  Στον "Ηλίθιο" ο Φίοντορ Ντοστογέφσκυ σκιαγραφεί ένα άτομο. Ένα άτομο το οποίο δεν μετέχει άμεσα στην ζωή των ανθρώπων, αλλά κινείται σε μια παράλληλη γραμμή, που σε ελάχιστα μόνο σημεία προδίδεται και εφάπτεται με αυτό που οι άλλοι ονομάζουν πλαίσιο συμβίωσης. Το άτομο αυτό, υπονοεί ο Ντοστογέφσκυ, έχει μέσα του θεμελιωμένο το αισθητήριο της αλήθειας. Το αισθητήριο αυτό ερεθίζεται από τις συμπεριφορές που απομακρύνονται σταδιακά όλο και περισσότερο από την αλήθεια της ορθοδοξίας, την οποία με τόσο πάθος έψαχνε ο συγγραφέας, ώσπου να επέλθει η έκρηξη. Μόλις ο Ραγκόζιν, από το μικροαστικό του πάθος είναι έτοιμος να τραβήξει το μαχαίρι και να σκοτώσει τον Ηλίθιο, ο δεύτερος σωριάζεται σε μια κρίση επιληψίας. Το αισθητήριο έχει καθοδηγήσει την αλήθεια να πλημυρίσει το σώμα του. Με την αλήθεια, ο Ηλίθιος μετέχει της θείας κοινωνίας. Η τρομακτική κρίση επιληψίας, αποτελεί Θεοφάνεια.

  Είμαστε όντα που υποφέρουμε από επίκτητο ορθολογισμό. Η εκπαίδευσή μας επικεντρώνεται στην ανάλυση των φυσικών φαινομένων σε βαθμό τέτοιο, ώστε καθένας που ερευνά την έννοια της αλήθειας να τιμωρείται παραδειγματικά ως αδιάβαστος. Οι χειροπιαστές αποδείξεις, όμως, καθίστανται ικανές να σιγάσουν την ακόρεστη αμφιβολία, ημών των εκπαιδευμένων ορθολογιστών.

  Οι άνθρωποί μας, που η άνοια τους κατέστησε όντα αποξενωμένα από την πρότερή τους σοφία και αύρα, επιστρέφουν, για λίγα μόνο λεπτά. Με ελάχιστα βλέμματα που υπονοούν ανάμνηση, με μια λέξη από το παρελθόν, με ένα όνομα που δεν ξέχασαν. Και με αυτά τα βλέμματα, με αυτές τις λέξεις και με αυτά τα ονόματα, επέρχονται Θεοφάνεια. Τα επιληπτικά βλέμματα και οι στιγμές, κερδίζουν τον δυνάστη της άνοιας και φέρνουν στην επιφάνεια την αλήθεια. Τον αναλλοίωτο χαρακτήρα. Τον λανθάνοντα ηθικό τους κώδικα. 

  Ο εαυτός τους που τόσο αναπολούμε, με μικρές εκλάμψεις αναδύεται στην επιφάνεια, χαράζοντας μια ρωγμή στη φθοροποιό δύναμη του χρόνου που τόσο τον δοκιμάζει. Ο χρόνος είναι αμείλικτος και προδίδει όλα τα σώματα, ένα, ένα, σαν σε εκτελεστικό απόσπασμα. Τα στήνει μπροστά από συρματοπλέγματα, χωρίς να κάνει εξαιρέσεις. Τα πλήττει αργά και σταδιακά. Μέχρι να τα εξευτελίσει, λένε ορισμένοι. 

  Τα σώματα είναι τρωτά. Η άνοια, οι αρρώστιες, οι ρυτίδες καλύπτουν με όλο και μεγαλύτερο μίσος, την αλήθεια που μπορούσαν οι άνθρωποι να βροντοφωνάξουν, μέσα από το νέο και άφθαρτο σώμα τους. Ο χρόνος δεν ήταν ποτέ με το μέρος τους. Τους απομυθοποιεί, τους ασχημαίνει, τους μεταμορφώνει. Όμως ποτέ δεν τους μετουσιώνει. Η φθορά είναι εξωτερική και πληγώνει παράλληλα όλο και πιο αδίστακτα εκείνο το ες αει απροσδιόριστο εγώ τους. Την αλήθεια τους.

 Όσο όμως υπάρχουν τα επιληπτικά Θεοφάνεια, θα ξέρουμε ότι αυτό που έχουμε μέσα μας, κανένας αποικοδομητής δεν έχει, μέχρι στιγμής καταφέρει, να το κάνει δικό του.


Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

το δίκαιο σημείο μηδέν


  Αναθεώρηση υφίσταται το σώμα σου, όταν ξαπλώνει στο σημείο απόδρασης και ξυπνάει στο κατεστημένο παρελθόν που με χίλιες προσπάθειες οι εξωγενείς παράγοντες θέλουν βίαια να γκρεμίσουν.

Τα μάτια σου υφίστανται την αναθεώρηση, όταν οι εν κινήσει παραστάσεις γίνουν παγωμένα ψήγματα, ακίνητα και νεκρά, σαν ένας δρόμος που οδηγεί σε μια λύση που φοβίζει, ακόμη κι αν όλα προειδοποιούσαν την ακούραστη παρουσία της. 

Η αναθεώρηση είναι αυτή που αποπροσανατολίζει τα χέρια σου από την αρχική τους κατεύθυνση, που τα καθιστά δυσκίνητα και αναποφάσιστα. Επιληπτικά, παρακολουθώντας τις κλινικές κρίσεις τους, σαν θεοφάνεια, όπως έκανε και ο Ντοστογέφσκυ στον «Ηλίθιο». Και σαν οδηγό.

Η αναθεώρηση γεννά δύο είδους βλέμματα. Εκείνο που κανονικά θα έπρεπε να προηγείται αυτής, σε μια ορθολογική κατανομή των επιχειρημάτων, όμως στην πραγματικότητα υπονοείται μέσα της και μετά από αυθυποβολή μετουσιώνεται σε ακλόνητη «πραγματικότητα». Το πρώτο, λοιπόν, αναθεωρημένο βλέμμα, το σίγουρο, το αποφασιστικό και το ψυχρό.// Το δεύτερο, που θυμίζει στην όψη αδιάφορο και απομακρυσμένο, μα που κρύβει άλλα λόγια ανείπωτα.

Με την αναθεώρηση, το κτήμα προδίδει τον ιδιοκτήτη, στο όνομα της απεξάρτησης. Πριν την αναθεώρηση θα πουν, κάθε έννοια πυρήνα και κάθε κυτταρική αναφορά, αποτελούσε επιβλαβή εξάρτηση. Παράσιτα στα έγκατα του κτήματος, σύμβολα της υποβόσκουσας υποταγής και της πιθανής, αφυδάτωσής του. 

Μαθηματικές πράξεις και διαιρέσεις των τεθλασμένων ευθειών, τελούν υπό το κράτος της αναθεώρησης. Οι τοίχοι που σκεπάζονται με κραυγαλέα χρώματα, ώστε να σβήσουν κάθε ανεπαίσθητη ανάμνηση, τα παράπονα και οι αγωνίες επιβεβαίωσης μοιρασμένες με το κομμάτι, ώστε να ξεκινήσουν όλοι από το δίκαιο σημείο μηδέν.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

άψυχα

  Μέσα σε φθαρμένες, παλιές φωτογραφίες αναγνωρίζω αντικείμενα, διαχρονικά αντικείμενα που επιζούν ακόμη και κομματιασμένα. Ψήγματα από το παρελθόν και από το μέλλον. Αντικείμενα. Που μετακινούνται περιμετρικά στα πεδία δράσης μας, αναπαριστώντας την ανανέωση. Μια νέα οπτική του πλαισίου που μας περιβάλλει. Αντικείμενα που συμβολίζουν την σταθερότητα που καταλήγει αποπνικτική. Σαν δυνάστες, σου υπενθυμίζουν ότι θα βρίσκονται εκεί, χωρίς να εξαφανίζονται. Χωρίς καμία ανησυχία, χωρίς την δυσφορία του αγνώστου. Για τα αντικείμενα η φθορά δεν οδηγεί στην απόλυτη διάλυση, στην αποικοδόμηση και ύστερα στο ποιος ξέρει τι. Η φθορά στα αντικείμενα παραμένει ρυτίδες. Γδαρσίματα που δεν τσούζουν κανέναν. Γι΄αυτό καμιά φορά, απαλλάσσομαι από την υπενθύμιση ότι δυο κομμάτια ξύλο, δυο χερούλια αποδεικνύονται από την ιστορία, πιο ισχυρές κράσεις, άτρωτες από την φύση τους, όσο κι αν κομματιαστούν. Τα πετάω. Τα εκδικούμαι. Λες και η εκδίκηση είναι το εισιτήριο στην κοινωνία της αθανασίας τους. Φθονώ την απάθειά τους. Γιατί οι παλιές, φθαρμένες φωτογραφίες ζουν για να μου υπενθυμίζουν πλάσματα που ήταν εξαρχής, και άλλα που γίναν μέσα από πόνο, άψυχα.


Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Εκκρεμότητα

Εκκρεμότητα γίνεσαι με  δυό λέξεις κοινότοπες σε ένα μήνυμα που θεμελιώνει τα αστήρικτα και τις βεβιασμένες ψευδαισθήσεις. Γίνεσαι με προγραμματισμούς που αφορμούνται από μια προσποιητή ευφροσύνη, αναδυόμενη από μια καταπιεσμένη σύπμνοια που κάθε άλλο παρά θα ταίριαζε, αν εκφραζόσουν ελεύθερα. Εκκρεμότητα γίνεσαι όταν ο άλλος για σενα γίνεται εχθρός και δεν το αντιλαμβάνεται. Τότε που τα μάτια σου στρέφονται αλλού και όλα σε πείθουν πώς μόνος σου το επέτρεψες, τότε τελείς υπό το κράτος της εκκρεμότητας.Εκκρεμότητα γίνεσαι όταν δεν έχεις κουράγιο να καταστρέψεις κάθετι το επιτηδευμένο, και αισθάνεσαι γελοίος στην προσπάθεια να κερδίσεις σεβασμό. Εκκρεμότητα είσαι, όταν δεν είσαι σίγουρος ούτε για το αν κάποτε δεχόσουν σεβασμό. Ή αν το άξιζες. Είσαι τώρα που και να διαβάσει αυτές τις λέξεις, θα νομίζει ότι μιλάς για κάτι άλλο. Εκκρεμότητα γίνεσαι με μικρά χτυπήματα που αγνοείς, στο όνομα της επιβίωσης. Και εκκρεμότητα ανακηρύσσεσαι, τότε που θα τον αντιπαθείς, και ο άλλος ούτε που θα το ψιλιαστεί.