Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

ιδιωτική λέσχη χριστουγέννων

  Την ήξερα καλά αυτή την κόκκινη στολή. Θυμάμαι να μαζευόμαστε με τους αδερφούς μου παραμονή Χριστουγέννων στην κουζίνα, κάνοντας ησυχία για να μην τρομάξουμε τον άγιο Βασίλη που θα ερχόταν να μας αφήσει τα δώρα. Όταν μας έδιναν το σήμα, βγαίναμε κλεφτά στο σαλόνι και κρυβόμασταν πίσω από τον μεγάλο καναπέ, παρακολουθώντας τον κύριο με τα άσπρα μαλλιά και τα εντυπωσιακά γένια να αφήνει προσεκτικά τα δώρα κάτω από το δέντρο και στη συνέχεια να πλησιάζει το τραπεζάκι με το γάλα και τα μελομακάρονα που τον περίμεναν σε περίοπτη θέση. Τον θυμάμαι πάντα να πίνει όλο το γάλα και να μην αφήνει ούτε ψίχουλο από τα γλυκά. Άκουγα τους συμμαθητές μου να μιλάνε για μισοφαγομένους κουραμπιέδες ως απόδειξη ότι υπάρχει τελικά. Εμείς, όμως, δεν χρειαζόμασταν τέτοιου είδους αποδείξεις αφού τον βλέπαμε μπροστά μας ζωντανό και στρουμπουλό με την κόκκινη στολή του. Δεν πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβουμε ότι απλώς ο μπαμπάς μας πάντα τελείωνε το φαγητό του. 

   Σήμερα το μεσημέρι, μετά από καιρό, ξαναείδα την αγαπημένη κόκκινη στολή. Δεν ήταν η ίδια με εκείνη την μπορντό μεταξωτή που είχε ράψει η μαμά για τον μπαμπά, όμως συνειρμικά, εκεί σε οδηγούσε. Μάλλον πλαστική θα την έλεγες και κακοφτιαγμένη. Την διέκρινα καθώς έβγαινα από τον προαστιακό.

  Την φορούσε ένας μελαμψός μετανάστης, που ζητούσε με σπαστά ελληνικά "ό,τι έχουμε ευχαρίστηση". Κοίτα ειρωνεία, σκέφτηκα. Ένας άνθρωπος τόσο "έξω" από τα πρότυπα της σύγχρονης υπερκαταναλωτικής νοοτροπίας, που σιγά σιγά κλονίζεται, μεταμφιεσμένος για λίγο, στο ορόσημό της. Για όσο λίγο αυτή η αφορμή θα ήταν αρκετή για να μαζέψει το μεροκάματο.

  Μια ηλικιωμένη κυρία τον κοίταγε με αηδία, ψιθυρίζοντας "αυτός είναι σίγουρα μουσουλμάνος, τι δουλειά έχει με τα Χριστούγεννα". Αν το καλοσκεφτείς, θέλησα να της πω, ο κατακόκκινος άγιος Βασίλης, τι δουλειά έχει με τα Χριστούγεννα; Διάβαζα την σκέψη της. "Δεν θα έπρεπε να γιορτάζουν μαζί με εμάς, όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό (τον δικό μας, βέβαια, Θεό)". Το βλέμμα της προς το μέρος μου, αυτό υπονοούσε. Το ένστικτό της, της έλεγε πως συμφωνούσα κι εγώ, σαν καλή Χριστιανή. Γιατί ήταν σίγουρη ότι όποιος μοιάζει Έλληνας είναι και Χριστιανός.

  Και έρχονται πάλι τα Χριστούγεννα. Χωρίς κόκκινες μεταξωτές στολές και εξαφανισμένα μελομακάρονα. Ο Δεληβοριάς μιλάει για έναν άγιο Βασίλη που "τον λέγαν μπαμπά... έναν πρώην αριστερό, έναν θνητό". Το κόκκινο, πάντως, το διατήρησε...

  Και τα Χριστούγεννα θα συνεχίσουν να έρχονται. Και ο άγνωστης ταυτότητας μαυριδερός κύριος θα συνεχίσει να ντύνεται την λερωμένη κόκκινη στολή που θα του δώσει τα κέρματα για να βγάλει τη μέρα. Και ποτέ δεν θα μάθουμε αν όντως απαρνήθηκε τη θρησκεία του, αν δεν έχει δικό του Θεό, ή αν είναι Χριστιανός. Και καμία διαφορά δεν θα κάνει, γιατί η ηλικιωμένη κυρία δεν θέλει να μάθει. Και θα συνεχίσει να τον κοιτάει με αυτό το αηδιασμένο ύφος. Γιατί απλώς, δεν μοιάζει με Έλληνα. Και απλώς, δεν μοιάζει με Χριστιανό. Και γιατί για την ηλικιωμένη κυρία, το θέμα λήγει εκεί. Απλώς.



 
 

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Ημερολόγιο

  Όταν πήγαινα δημοτικό, αγόραζα πολλά τετράδια με σχέδια και κουνελάκια και ό,τι άλλο κοριτσίστικο μπορεί να βάλει το μυαλό σου που έγραφαν απ' έξω "Ημερολόγιο". Την πρώτη φορά που ρώτησα τον μεγάλο μου αδερφό, τι εννοούσε ο τίτλος, μου είπε πως έπρεπε να γράφω μέσα τι έκανα κάθε μέρα, για να θυμάμαι.
  Κάτι όμως είχε αυτή η ψέυτικη προσφώνηση, το "αγαπημένο μου ημερολόγιο", που το υποτιμούσε στο υποσυνείδητό μου. Που το καθιστούσε απωθητικό. Μου φαινόταν παιδικό και καθόλου σοβαρό. Μου θύμιζε εκείνη την πρώτη μέρα στο μπαλέτο, όταν η δασκάλα μας είπε σε κάποιο σημείο να πάρουμε τα μαντήλια και να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Θυμάμαι όλα τα κοριτσάκια να προσποιούνται ότι χορεύουν με φανταστικές νεράιδες και εγώ να μένω αμήχανα ακίνητη, απλούστατα επειδή με θεωρούσα πιο σοβαρή από αυτό.
  Σπάνια έγραφα πάνω από 5 σελίδες σε κάθε καινούριο τετράδιο. Κατά βάθος, δεν μου άρεσε αυτή η "υποχρέωση". Το έβλεπα σαν ένα ακόμη μάθημα για το σχολείο. Δεν έβρισκα τίποτε το διασκεδαστικό σε αυτό. Τώρα σκέφτομαι ότι μπορεί και να μην είχα λόγους να μου γεννούν την ανάγκη να γράψω, εξ'ου και η απουσία κορεσμού, μετά την προσφυγή στις εντυπωσιακές σελίδες.
  Μια φορά, είχα αποφασίσει να αφοσιωθώ σε ένα συστηματοποιημένο πρόγραμμα και να γράφω κάθε μέρα από λίγο. Την πρώτη μέρα, λοιπόν, οι ενδοιασμοί μου συμβιβάστηκαν με την απόφασή μου για δέσμευση, και ξεκίνησα. "Αγαπημένο μου ημερολόγιο... αγαπάω τον ... αλλά νομίζω πως αυτός αγαπάει την ... και ο ... που αγαπάει εμένα, δεν είναι τόσο όμορφος". Σαφώς σαχλό το περιεχόμενο, όμως για μένα ήταν το απόλυτο μυστικό, μια κατάθεση ψυχής (γιατί ποτέ δεν έλεγα σε κανέναν ποιος μου άρεσε). Μέσα σε μια ώρα, το ημερολόγιο έπεσε στα χέρια της θείας μου και από την ντροπή μου, έσκισα αυτή τη σελίδα και δεν το ξανάνοιξα ποτέ.
  Μετά από χρόνια, ξέθαψα σε ένα σκονισμένο βιβλιοπωλείο στη Φλωρεντία, ένα όμορφο, στις αποχρώσεις του μωβ, τετράδιο, ντυμένο με το κλασικό σχέδιο που θα έβρισκες εκεί. Αυτό με τις χρωματιστές καμπύλες. Δεν έμαθα ποτέ πώς το λένε αυτό το σχέδιο.
  Δεν είχα αποφασίσει τι θα το έκανα. Όμως, προκειμένου να το σεβαστώ, σκόπευα να γράφω μέσα με ωραία γράμματα και να το προσέχω. Το τετράδιο έμεινε στη βιβλιοθήκη μου για μισό χρόνο. 
  Μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου 2009. Είχα μόλις μάθει ότι ένας συμμαθητής μας είχε χτυπηθεί από ένα αυτοκίνητο και ότι η κατάστασή του ήταν κρίσιμη. Ενστικτωδώς, έβγαλα το τετράδιο από το ράφι και σημείωσα την ημερομηνία. Μόνο αυτό μπόρεσα να γράψω. Δεν ήξερα ούτε το όνομα του παιδιού, ούτε τις προβλέψεις. Μέσα στη βδομάδα έμαθα και το όνομά του. Τον ήξερα. Χαιρετιόμασταν στη γυμναστική και μιλούσαμε περιμένοντας να μας πάρουν οι γονείς μας όταν τελείωνε το μάθημα. Στις 9 Δεκεμβρίου, μας είπαν στο σχολείο ότι τελικά αποσυνέδεσαν τον υποστηρικτικό μηχανισμό. Δεν μας είπαν "πέθανε". Μας είπαν "δυστυχώς τον αποσυνδέσανε".
  Το απόγευμα που γύρισα στο σπίτι, άνοιξα το τετράδιο. Και άρχισα να γράφω ατσούμπαλα, με απρόσεχτα γράμματα και χωρίς να θυμάμαι ότι έπρεπε να το σεβαστώ. Μουτζούρωνα, έβριζα με κεφαλαία και ανορθόγραφα γράμματα. Μέσα σε μια βδομάδα, είχα γεμίσει, σχεδόν, το τετράδιο.
  Και μόλις γέμισε, πήρα κι άλλο και μετά κι άλλο. Είχα πλέον μάθει να γράφω για ό,τι με απασχολούσε. Είχα πλέον λόγους που να μου γεννούν αυτή την ανάγκη. Δεν ήταν πλέον παιδικό και ασήμαντο.

Μακάρι να μην μάθαινα ποτέ.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

όπως θα ήθελα να είναι

Θα ήθελα, στους πίνακες μπροστά να έχουνε καρέκλες. Να γίνεται «ιδιωτική προβολή». Να μπορείς να κοιτάς και να υποθέτεις με τις ώρες. Να είσαι μόνος σου στην αίθουσα. Χωρίς ενοχλητικούς τουρίστες και χωρίς αδιάκριτους φύλακες. Εσύ και το γέννημα κάποιου ξένου. Κάποιου, που δεν σου φτάνει να διαβάσεις τι έκανε. Θέλεις να αδράξεις κάτι από την αύρα του, που ακόμη κυλάει στον χώρο. Που ακόμη, ζει.
Θα ήθελα, αφού γυρίσεις σπίτι σου, να μην το ξεχάσεις. Να φυλάξεις αυτό το κομμάτι ενός άγνωστου εαυτού, μιας αλχημείας πίσω από το όνομα, και να το κρύψεις πίσω στην ντουλάπα σου. Εκεί, με ό,τι πιο πολύτιμο έχεις. Και να μην το αφήσεις να σου φύγει.
Ωραία ερμηνεία αυτή για τον θάνατο, ε; Αισιόδοξη. Ή μάλλον, καθησυχαστική. Εάν ήξερες ότι κάτι από το δημιούργημά σου, ίσως να σε κρατήσει ζωντανό για αιώνες, δεν θα πάσχιζες κάθε μέρα να δημιουργήσεις; Ίσως όμως, και να μην τα κατάφερνες. Ίσως, με έναν ατσούμπαλο τρόπο, να αγωνιούσες να δημιουργήσεις ψήγματα ζωής, που θα σε κρατήσουν ανεξίτηλο. Και να μην έλεγες τελικά, όσα ήθελες να πεις.
Θα ήθελα, οι εφημερίδες να πάψουν να συμπεριλαμβάνουν σιντί. Και εσύ να πάψεις να τα εκτιμάς αβίαστα. Θα ήθελα αυτούς τους ήχους, να τους εκθέτουν σε ένα δωμάτιο ξεκλείδωτο. Εκεί όπου όλοι δικαιούνται πρόσβαση. Και εσύ να πας για το σιντί, μόνο όταν είσαι έτοιμος για αυτό. Όταν θα έχεις αυθυποβάλει τον εαυτό σου. Και το έχεις πιστέψει.
Μπορεί και να χάσεις τη μαγεία του αυθόρμητου έτσι. Για αυθόρμητο, θα ήθελα να ακούσεις ένα καινούριο ή και παλιό, πάντως για σένα άγνωστο τραγούδι, να μην φας για μια μέρα για οικονομία και να μπεις σε ένα λεωφορείο για να πας εκεί που θα το παίξουν. Αν το παίζουν, βέβαια. Κι αν ακόμη δεν έχεις λεφτά, να σε αφήσουν να μπεις έτσι. Και αν έχει λεωφορείο. Διαφορετικά, να κάνεις ωτοστόπ. 
Θα ήθελα, να μπορείς να κάνεις ωτοστόπ. Να μην υποψιάζεσαι κανέναν πλέον. Να σκαρφαλώσεις σε ένα φορτηγό στην εθνική και να πας μαζί με τον οδηγό να ακούσετε το τραγούδι. Θα ήθελα να μην σε νοιάζει που δεν θα σε καταλάβει. Να πας εσύ για εσένα και να τον καθοδηγήσεις να βρει κάτι κι αυτός για εκείνον.
Ο Χ. πήγε και είδε το «Μεγάλο μας Τσίρκο». Η Καρέζη μπήκε φυλακή για αυτό. Όταν τον ρώτησα, παραξενεύτηκε. «Φυσικά και πλήρωνες εισιτήριο, ήταν κανονικό θέατρο». Θα ήθελα να μην έπρεπε να πληρώσεις. Και εσύ να ήθελες να δώσεις τα πάντα επειδή πήγες.
Παράλογο.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

(1)*

Τώρα σημαίνει το παρόν. Είναι αυτό που περίμενες πιο πριν. Είναι τα λάθη και τα σωστά σου. Είναι το τέλος του δρόμου μέχρι τώρα και η αρχή του πιθανού, μετά. Τώρα σημαίνει απουσία. Σημαίνει εγώ. Και εσύ. Σημαίνει εκρεμότητα και απολογία. Τώρα σημαίνει απουσία. Είναι τα άδεια τετράδια, τα ξέχειλα με στίχους. Και λόγους και αιτίες που σε έφεραν εδώ. Όπου κι αν είναι το εδώ. Είναι όλα εκείνα που δεν άκουγε. Που ούτε εσύ τα είπες. Τώρα είναι μόνο μια λέξη. Μια αρχή και μια λήξη. Τώρα που γίνεται η ζωή μας. Και με έφτιαξες εσύ. Για να γίνεις.
Τώρα.
 Κάτι άλλο.